Skip to content
Home » Αφηγήσεις πολέμου και προσφυγιάς στο παλιό σπίτι του Βύρωνα

Αφηγήσεις πολέμου και προσφυγιάς στο παλιό σπίτι του Βύρωνα

    Αφηγήσεις πολέμου και προσφυγιάς στο παλιό σπίτι του Βύρωνα

    Published
    Η μητέρα της Άννας Φλώρου μαζί με τη μεγαλύτερη κόρη της Κατερίνα στην είσοδο του παλιού σπιτιού της Βρυούλων 50 στον Βύρωνα. Γύρω στο 1965

    Αφηγήσεις πολέμου και προσφυγιάς στο παλιό σπίτι του Βύρωνα

    Published
    Η μητέρα της Άννας Φλώρου μαζί με τη μεγαλύτερη κόρη της Κατερίνα στην είσοδο του παλιού σπιτιού της Βρυούλων 50 στον Βύρωνα. Γύρω στο 1965
    Η εκπαιδευτικός Άννα Φλώρου ανακαλεί για λογαριασμό του Short Stories τις παιδικές της μνήμες από το παλιό τους σπίτι στον Βύρωνα, με κυρίαρχες τις ιστορίες του παππού από τους πολέμους που έζησε και των γιαγιάδων για τον ξεριζωμό από το Αϊβαλί

    Τα πρώτα παιδικά μου χρόνια, από το 1966 έως το 1974, τα έζησα στο πατρικό σπίτι της μητέρας μου. Ήταν ένα από εκείνα τα σπίτια του Βύρωνα με τις αυλές, τα μεγάλα ψηλοτάβανα και ηλιόλουστα δωμάτια και τον μακρύ διάδρομο με τα χρωματιστά πλακάκια. Πριν η αντιπαροχή τα αφανίσει.

    Σε αυτό το σπίτι συγκατοικήσαμε εκείνα τα χρόνια τρεις γενιές ανθρώπων. Εμείς τα παιδιά, οι γονείς μου και οι γονείς του πατέρα μου στο πάνω σπίτι. Και στο κάτω σπίτι η ανύπαντρη ακόμη τότε θεία μου, η μητέρα της μητέρας μου και η νονά της μητέρας μου, η γιαγιά η Άννα που τη μεγάλωσε κιόλας, γιατί όταν η μητέρα μου ήταν παιδί τα χρόνια ήταν δύσκολα και τα αδέλφια της πολλά.

    Πολλά θυμάμαι από εκείνη την εποχή. Το πιο αξιομνημόνευτο όμως είναι οι συζητήσεις που έκαναν στο σπίτι ο παππούς μου από την πλευρά του μπαμπά μου και οι δυο γιαγιάδες μου από την πλευρά της μαμάς μου.

    Ο παππούς μου είχε καταγωγή από την Αταλάντη της Φθιώτιδας. Είχε πολεμήσει στους Βαλκανικούς Πολέμους, ενώ στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο βρέθηκε αιχμάλωτος στη Γερμανία. Στη συνέχεια τον βούτηξαν και τον έστειλαν και στη Μικρά Ασία, βενιζελικός όμως, όπως μας έλεγε.

    Οι γιαγιάδες μου, από την άλλη, είχαν καταγωγή από το Αϊβαλί. Ήρθαν στην Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Σχεδόν κάθε απόγευμα έπιαναν οι τρεις τους τις θέσεις τους –στην αυλή το καλοκαίρι, στην κουζίνα τον χειμώνα– και άρχιζαν τις σπαρακτικές ιστορίες τους που κανένας ενήλικας τότε στο σπίτι μας δεν σκέφτηκε ποτέ να καταγράψει.

    Ο παππούς έδειχνε μια ουλή που είχε στο μέτωπο και ήταν από σφαίρα. Ξεκινούσε πρώτος τις αφηγήσεις. Εξιστορούσε τα ατελείωτα μαρτύρια των πολέμων που του εντυπώθηκαν ως οι δικές του προσωπικές πολεμικές ιστορίες. Οι ιστορίες του δεν είχαν ηρωισμούς και ανδραγαθήματα ούτε λαμπρές νίκες και θριάμβους.

    «Ανάσα δεν παίρναμε. Τέλειωνε ο ένας πόλεμος» έλεγε ο παππούς, «και πάνω που είχαμε αρχίσει να γαληνεύουμε, μας άρπαζαν πάλι και ξανά από την αρχή»

    Είχαν μονάχα φόβο, εξάντληση, ανέχεια, πείνα και δίψα, ψείρες και αρρώστιες, τραύματα στο σώμα και στην ψυχή. «Ανάσα δεν παίρναμε. Τέλειωνε ο ένας πόλεμος» έλεγε, «και πάνω που είχαμε αρχίσει κάπως να γαληνεύουμε, μας άρπαζαν πάλι και ξανά από την αρχή».

    Μετά έπιαναν το νήμα της αφήγησης οι γιαγιάδες κι έλεγαν κάθε μέρα νέες ιστορίες. Νοσταλγία ύγραινε τα μάτια τους και έκοβε τη φωνή τους στα δύο όταν μιλούσαν για το σπίτι στα Αλάτσατα και τον φούρνο της οικογένειας που χόρταινε όλη τη γειτονιά ψωμί και γλυκά. Έλεγαν τα ονόματα ανθρώπων που χάθηκαν στην Ανατολή και περιέγραφαν με λεπτομέρειες τις γιορτές στα σπίτια τους.

    Και ξανά ανακάτευαν τα δάκρυα και τον τρόμο των διωγμών με τις κουβέντες με τις γειτόνισσες από τα ανοιχτά παράθυρα που έφερναν τις μυρωδιές από τα φαγητά. Τα έχασαν όλα, έλεγαν, και έκλαιγαν όταν θυμόντουσαν το καράβι που τους έφερε στην Ελλάδα.

    Σε αυτό το ταξίδι του χαμού χάθηκε και ο μικρός Γιώργος, ο βενιαμίν της οικογένειας, από αρρώστια αδιευκρίνιστη. «Μετά μας πέταξαν στη Μάκρη και στο Ζούμπερι. Εκεί στήθηκε το πρώτο σπιτικό μας. Μικρά παιδιά τότε τι άλλο να θυμηθούμε παρά μόνο το τέλος ενός κόσμου που δεν πολυκαταλαβαίναμε».

    Δεν ξέρω αν ο μεν άκουγε τις ιστορίες των δε και αντίστροφα. Θυμάμαι όμως ότι περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους για να πάρουν τον λόγο. Και σαν με παιδιάστικο ενθουσιασμό άνοιγαν το μπαουλάκι των αναμνήσεων και αντάλλασσαν και μοιραζόντουσαν την ίδια απορία: «Πώς καταφέραμε να ζήσουμε;».

    banner_300_250
    Άννα Φλώρου
    Η Άννα Φλώρου είναι εκπαιδευτικός

    Κεντρική φωτογραφία
    Από το προσωπικό αρχείο της Άννας Φλώρου

    ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS

    MORE SHORT STORIES

    σκηνοθέτης Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος Short Stories παππού
    Short

    Έργα και ημέρες του παππού μου Δαίδαλου

    O σκηνοθέτης Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος αφηγείται στο Short Stories μνήμες από τον παππού του, ξακουστό ξυλουργό στην νότια Πίνδο, με αφορμή την αποκατάσταση παλιών εργαλείων του και κατασκευών του από νέους ξυλουργούς