Τον είχα ξαναδεί 15 χρόνια μετά στο πράσινο λεωφορείο Αθήνα – Πειραιά. Κρεμόταν από τη χειρολαβή καμπουριασμένος, με το κεφάλι σκυφτό, σαν να τον βάραιναν τα κρίματά του.
Αφελής σκέψη για τέτοιο κάθαρμα, σαδιστή, αλλά αυτή μου ήλθε πρώτη.
Την επόμενη στιγμή ένιωσα πόνο οξύ στο πρόσωπο, όπως τότε που μας ξερίζωνε τα γένια.
Μετά τον είδα ολοζώντανο να σέρνει την Α. από την κοτσίδα, φροντίζοντας να χτυπάει το κεφάλι της στις κόχες των σκαλοπατιών της Ασφάλειας.
Και μετά ήθελα να του ορμήσω και να τον χτυπήσω με όλη μου τη δύναμη στο γουρουνίσιο σβέρκο. Και μετά να του βγάλω τα φιμέ πατομπούκαλα, χωρίς τα οποία ήταν σχεδόν τυφλός. Να τον ξεσκεπάσω, να τον κατεβάσω από το λεωφορείο και να του κάνω όσα θα μου κατέβαιναν να του κάνω, με όλα τα δικαιώματα που μου έδιναν όσα τράβηξα στα χέρια του εγώ και άλλοι πολλοί.
Η απόπειρά μου να μετακινηθώ προκάλεσε έναν εγκάρσιο κυματισμό στους πατικωμένους σαν σαρδέλες επιβάτες που μεσολαβούσαν ανάμεσά μας.
Σήκωσε το κεφάλι, στραβοκοίταξε τους διπλανούς του, τα μάτια μας κλείδωσαν, συνοφρυώθηκε και το ασφαλίτικο μνημονικό του με θυμήθηκε.
Αντέδρασε ακαριαία. Άρχισε να σπρώχνει για να φτάσει στην πίσω πόρτα ρίχνοντας κλέφτες ματιές προς εμένα, που κέρδιζα ανόρεχτα πόντους, σαν να μην ήθελα κατά βάθος να τον φτάσω.
«Πάτα το κουδούνι» γρύλισε σε μια γυναίκα. Εκείνη παρέμεινε απαθής, βυθισμένη στις σκέψεις της.
«Πάτα το κουδούνι, δεν ακούς;».
Όταν η γυναίκα συνειδητοποίησε το τι και πώς το της ζητούσε θύμωσε: «Έτσι μιλάς εσύ στη γυναίκα σου;».
«Πατά το κουδούνι, ασφάλεια».
«Μωρέ, τι μας λες». Πετάχτηκε ένας νεαρός. «Για δείξε μας ταυτότητα».
Το λεωφορείο σταμάτησε στις Τζιτζιφιές. Ήθελε λίγο ακόμη για να φτάσει στην πίσω πόρτα.
Φώναξα: «Αυτός που βλέπετε ήταν βασανιστής στη χούντα. Με σακάτεψε».



