Συνήθως έχουμε δύο γιαγιάδες: η μία από την πλευρά της μαμάς και η άλλη από την πλευρά του μπαμπά. Εμείς είχαμε τρεις. Μία από την πλευρά της μαμάς και άλλες δύο από την πλευρά του μπαμπά. Η γιαγιά Τασίνα (Αναστασία) ήταν η μαμά του μπαμπά μου και η γιαγιά Κατσέλη (Κατερίνα) η αδελφή της. Δύο αχώριστες αδελφές. Στην πραγματικότητα η Κατσέλη δεν ήταν γιαγιά-γιαγιά μας, αλλά επειδή αρνήθηκε να παντρευτεί τα προξενιά που της έκαναν, έμενε με την Τασίνα και τον παππού Τζίμη. Ήταν λοιπόν κι αυτή σαν γιαγιά μας. Αυτής το όνομα άλλωστε πήρα.
Πάντα ήταν οι δυο τους. Μιλούσαν αρβανίτικα ή απλώς με ένα βλέμμα. Είχαν χάσει τη μαμά τους πολύ μικρές. Είχαν η μία την άλλη. Η γιαγιά Κατσέλη μου έμαθε βελονάκι και να της πλέκω τα μαλλιά. Όταν μάκραιναν οι τρίχες στο πιγούνι και το μουστάκι της, μου έδινε ένα ψαλιδάκι για να τα περιποιηθώ. Κοιμόταν και αν μου έφευγε καμιά τσιμπιά, πεταγόταν κι ένα «ι». Η γιαγιά Τασίνα δεν μου ζητούσε βοήθεια, κυρίως μου την πρόσφερε.
Καλοκαίρια, Χριστούγεννα, Πάσχα και της Υπαπαντής ήταν οι περίοδοι που μέναμε στις Λίμνες Μυκηναίων. Ένα πραγματικά αγνό αρβανιτοχώρι στα σύνορα Αργολιδοκορινθίας. Εκεί μεγάλωσαν και οι δύο γονείς μας. Έμειναν οι γιαγιάδες ως σημείο αναφοράς για να μας φροντίζουν, να μας μαλώνουν, να μας αγκαλιάζουν, να μας κάνουν καψαλιστό ψωμί στο τζάκι με λάδι, ρίγανη και αλάτι, να ανάβουν τον χτιστό φούρνο με πουρνάρια για να ψήσουν μελιτζάνες και καλαμπόκια, να ξυπνάνε από τις τρεις τα χαράματα για να ζυμώσουν το πιο νόστιμο ψωμί του κόσμου που άντεχε 40 μέρες.



