Skip to content
Home » Η γιαγιά Τασίνα, η γιαγιά Κατσέλη και τα μαύρα παραμύθια τους

Η γιαγιά Τασίνα, η γιαγιά Κατσέλη και τα μαύρα παραμύθια τους

    Η γιαγιά Τασίνα, η γιαγιά Κατσέλη και τα μαύρα παραμύθια τους

    Published
    Η Κατερίνα με τη γιαγιά Κατσέλη, από την οποία πήρε και το όνομά της

    Η γιαγιά Τασίνα, η γιαγιά Κατσέλη και τα μαύρα παραμύθια τους

    Published
    Η Κατερίνα με τη γιαγιά Κατσέλη, από την οποία πήρε και το όνομά της
    Η Κατερίνα Τσούμπα μοιράζεται με το Short Stories αναμνήσεις από τις δύο γιαγιάδες της στα αρβανιτοχώρια των Μυκηνών. Τα σκοτεινά παραμύθια που της έλεγαν την οδήγησαν στη συγγραφή του βιβλίου «13 παραμύθια που μου έλεγε η Αρβανίτισσα γιαγιά μου για να κοιμηθώ»

    Συνήθως έχουμε δύο γιαγιάδες: η μία από την πλευρά της μαμάς και η άλλη από την πλευρά του μπαμπά. Εμείς είχαμε τρεις. Μία από την πλευρά της μαμάς και άλλες δύο από την πλευρά του μπαμπά. Η γιαγιά Τασίνα (Αναστασία) ήταν η μαμά του μπαμπά μου και η γιαγιά Κατσέλη (Κατερίνα) η αδελφή της. Δύο αχώριστες αδελφές. Στην πραγματικότητα η Κατσέλη δεν ήταν γιαγιά-γιαγιά μας, αλλά επειδή αρνήθηκε να παντρευτεί τα προξενιά που της έκαναν, έμενε με την Τασίνα και τον παππού Τζίμη. Ήταν λοιπόν κι αυτή σαν γιαγιά μας. Αυτής το όνομα άλλωστε πήρα.

    Πάντα ήταν οι δυο τους. Μιλούσαν αρβανίτικα ή απλώς με ένα βλέμμα. Είχαν χάσει τη μαμά τους πολύ μικρές. Είχαν η μία την άλλη. Η γιαγιά Κατσέλη μου έμαθε βελονάκι και να της πλέκω τα μαλλιά. Όταν μάκραιναν οι τρίχες στο πιγούνι και το μουστάκι της, μου έδινε ένα ψαλιδάκι για να τα περιποιηθώ. Κοιμόταν και αν μου έφευγε καμιά τσιμπιά, πεταγόταν κι ένα «ι». Η γιαγιά Τασίνα δεν μου ζητούσε βοήθεια, κυρίως μου την πρόσφερε.

    Καλοκαίρια, Χριστούγεννα, Πάσχα και της Υπαπαντής ήταν οι περίοδοι που μέναμε στις Λίμνες Μυκηναίων. Ένα πραγματικά αγνό αρβανιτοχώρι στα σύνορα Αργολιδοκορινθίας. Εκεί μεγάλωσαν και οι δύο γονείς μας. Έμειναν οι γιαγιάδες ως σημείο αναφοράς για να μας φροντίζουν, να μας μαλώνουν, να μας αγκαλιάζουν, να μας κάνουν καψαλιστό ψωμί στο τζάκι με λάδι, ρίγανη και αλάτι, να ανάβουν τον χτιστό φούρνο με πουρνάρια για να ψήσουν μελιτζάνες και καλαμπόκια, να ξυπνάνε από τις τρεις τα χαράματα για να ζυμώσουν το πιο νόστιμο ψωμί του κόσμου που άντεχε 40 μέρες.

    Κάποια είχαν άλλο τέλος τη μία φορά και άλλο την επομένη. Όλα όμως ήταν κατάμαυρα και όλα έκλειναν με το «Ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα»

    Κάθε μέρα είχαμε αυστηρό πρόγραμμα και το τηρούσαμε όλοι πιστά. Πρωινό ξύπνημα, θάλασσα με τον Μαρκεζίνη στο Τολό ή στην Καραθώνα, εναλλακτικά βοήθεια με δουλειές στο σπίτι, μεσημεριανό, αυστηρή δίωρη σιέστα, απογευματινό παιχνίδι, βράδυ στο καφενείο του Μυλωνά με τον παππού μέχρι τις 12 και μετά ύπνος. Τους χειμώνες κλείνανε τα φώτα μετά το φαγητό και μόνο η φωτιά έλαμπε στο δωμάτιο. Κάναμε ησυχία για να ακούσουμε τον ήχο της.

    Άναβαν το καντήλι για να έχουμε το βράδυ «φως», ένα κόκκινο φωτάκι που φώτιζε την Αγία Μαρίνα που κρατούσε από τα κέρατα τον διάβολο. Ξαπλώναμε δύο ή τρεις σε κάθε κρεβάτι –ανάλογα την ηλικία– και πάντα χωρισμένοι σε κορίτσια και αγόρια.

    Τασίνα και Κατσέλη μοιραζόντουσαν στα κρεβάτια για να μας κοιμίσουν. Μας έβαζαν σε εμβρυακή στάση ή μπρούμυτα, ακουμπούσαν το χέρι τους απαλά στην πλάτη μας και μας κουνούσαν πέρα δώθε για να μας νανουρίσουν. Και τα παραμύθια έμπαιναν στον αυτόματο με πολλές εναλλαγές και ενδιάμεσες παύσεις καθώς τα μάτια έκλειναν και το σώμα έσβηνε.

    Και κάπως έτσι η μνήμη μου ανέσυρε τα 13 παραμύθια που μου έλεγε η Αρβανίτισσα γιαγιά μου για να κοιμηθώ. Κάποια ήταν παραλλαγμένα, κάποια από το μυαλό τους, κάποια προσαρμοσμένα σε κλασικά λαϊκά παραμύθια, κάποια είχαν αρβανίτικες φράσεις που τις έλεγαν πιο φωναχτά για να μας τρομάξουν, κάποια είχαν άλλο τέλος τη μία φορά και άλλο την επομένη, κάποια άλλα ήταν προσαρμοσμένα στους ντόπιους, κάποια ήταν προσαρμοσμένα στον τόπο, κάποια έμοιαζαν μεταξύ τους. Όλα όμως ήταν κατάμαυρα και όλα έκλειναν με το «Ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Σημασία έχει ότι εμείς κοιμόμασταν πάντα γαλήνια.

    •••

    Το βιβλίο 13 παραμύθια που μου έλεγε η Αρβανίτισσα γιαγιά μου για να κοιμηθώ της Κατερίνας Τσούμπα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Φουρφούρι.

    banner_300_250
    Picture of Κατερίνα Τσούμπα
    H Κατερίνα Τσούμπα ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως κειμενογράφος

    ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS

    MORE STORIES

    Αντουανέττα Αγγελίδη
    Short

    Η γιαγιά μου από τη Μαδαγασκάρη και μια στενόμυαλη δασκάλα

    Η Αντουανέττα Αγγελίδη, μια από τις σημαντικότερες εκπροσώπους του πειραματικού κινηματογράφου στην Ελλάδα, δίνει στο Short Stories την πραγματική ιστορία πίσω από μια σκηνή της ταινίας της «Οι ώρες: Μια τετράγωνη ταινία»

    γιαγιά_Η γιαγιά της Εύης Τσακλάνου στην οποία αφιερώνει την εκδήλωση Δυνατή, μαζί_shortstories.gr
    Short

    Για τη γιαγιά μου την Κατερίνα, που ήταν δυνατή

    Η Εύη Τσακλάνου μοιράζεται με το Short Stories κομμάτια από την ιστορία της γιαγιάς της –δούλευε για πολλά χρόνια ως ψυχοκόρη–, που έφυγε από τη ζωή κάποιους μήνες πριν και στην οποία αφιερώνει την εκδήλωση «Δυνατή, μαζί»

    Φώτης Δούσος_Πώς ξεκίνησα να γράφω Πώς ξεκίνησα να γράφω παιδική λογοτεχνία short-stories-gr
    Short

    Πώς έγραψα το πρώτο μου βιβλίο για παιδιά

    Ο συγγραφέας Φώτης Δούσος, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου (2 Απριλίου), γράφει στο Short Stories για τη συγκυρία που τον οδήγησε να στραφεί σχετικά όψιμα στη συγγραφή βιβλίων για παιδιά