Ηταν Παρασκευή 16 Αυγούστου 1996 όταν ο αρχηγός της Άρσεναλ, διεθνής με την εθνική Αγγλίας και ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους ποδοσφαιριστές εκείνης της εποχής, Τόνι Άνταμς ολοκλήρωνε μια τετραήμερη κραιπάλη από την οποία δεν θυμάται τίποτε άλλο πέρα από το ότι έπινε ασταμάτητα. Εκείνο το απόγευμα κι ενώ ήταν ξανά σε κάποιο μπαρ, ο μπάρμαν τον ρώτησε: «Είσαι καλά, Τόνι;».
Η απάντηση του ήταν «Όχι, δεν είμαι, Τζακ». Αμέσως μετά ξεκίνησε να κλαίει. Όπως αποκάλυψε αργότερα, «Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη μέρα. Ήταν μια στιγμή διαύγειας. Κάτι μέσα μου μου είπε: “Τα έχεις κάνει σκατά. Νικήθηκες”. Ήταν η στιγμή που παραδόθηκα».
Σε εκείνο το μπαρ ο Άνταμς πήρε την πιο μεγάλη απόφαση της ζωής του. Έβαλε επιτέλους στην άκρη τη νοοτροπία με την οποία είχε μεγαλώσει, ότι ο σωστός άντρας δεν μιλάει ανοιχτά για τα θέματά του και δεν ζητάει βοήθεια από κανέναν.
«Ήταν πολύ δύσκολο να παραδεχτώ ότι έχω πρόβλημα. Το να ζητήσω βοήθεια θα έδειχνε πως ήμουν αδύναμος. Ήμουν υπερβολικά περήφανος και η άρνησή μου να δω την αλήθεια ήταν πολύ έντονη. Είναι η μόνη ασθένεια που σου λέει πως δεν την έχεις. Είναι ένα παράδοξο. Για να την ξεφορτωθείς, πρέπει πρώτα να πείσεις τον εαυτό σου ότι την έχεις».
Τα προηγούμενα χρόνια ο αμυντικός της Άρσεναλ ζούσε δυο ζωές. Μια εντός γηπέδων, όπου ως καταξιωμένος αρχηγός των Λονδρέζων τους βοηθούσε να κατακτήσουν τίτλους, και μια εκτός γηπέδων που στην ουσία δεν περιλάμβανε τίποτε άλλο πέρα από αλκοόλ.
Στο διάστημα αυτό πήγε φυλακή για δυο μήνες γιατί ύστερα από κάποιο μεθύσι έριξε το αμάξι του σε έναν τοίχο, κατέστρεψε τον γάμο του, έμπλεξε σε αμέτρητους καβγάδες, κατουρήθηκε πάνω του και έκανε 29 ράμματα στο κεφάλι καθώς έπεσε από τις σκάλες μεθυσμένος.



