Skip to content
Home » Η μόνη της ζωής μου μπαμπεσιά

Η μόνη της ζωής μου μπαμπεσιά

    Η μόνη της ζωής μου μπαμπεσιά

    Published
    Ο Σπύρος Σκαμνέλος (διακρίνεται πρώτος από αριστερά στην κάτω σειρά) με τους άλλους φαντάρους της μονάδας. Τέλη του 1990

    Η μόνη της ζωής μου μπαμπεσιά

    Published
    Ο Σπύρος Σκαμνέλος (διακρίνεται πρώτος από αριστερά στην κάτω σειρά) με τους άλλους φαντάρους της μονάδας. Τέλη του 1990
    Ο Σπύρος Σκαμνέλος γράφει στο Short Stories για ένα περιστατικό όταν υπηρετούσε τη θητεία του στην Κόνιτσα και φέρθηκε μπαμπέσικα σε μια ομάδα Αλβανών που είχαν περάσει παράνομα τα σύνορα

    Τέλη Γενάρη του 1991. Ύστερα από 11 μήνες θητεία στο 618 ΜΤΠ στον Έβρο καλούμαι να παρουσιαστώ στο 583 ΤΠ στην Κόνιτσα. Εκείνον τον καιρό βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη το κύμα φυγής των Αλβανών από τη χώρα τους. Τα μισοπαρατημένα στρατόπεδα της ελληνοαλβανικής μεθορίου έπρεπε κατεπειγόντως να επανδρωθούν.

    Οι φαντάροι έπρεπε να συμβάλουν στο έργο της «επαναπροώθησης». Δουλειά δική μας ήταν να πιάνουμε τους φτωχοδιαβόλους που διέσχιζαν τα σύνορα, να τους καταγράφουμε και να τους στέλνουμε πίσω. Η μόνη δική τους δουλειά ήταν να ξαναπεράσουν τα σύνορα, με την ελπίδα ότι θα σταθούν πιο τυχεροί την επόμενη φορά. Ή τη μεθεπόμενη.

    Οι Αλβανοί έρχονταν αβέρτα. Το έργο της «επαναπροώθησης» πήγαινε αρκετά καλά, της καταγραφής όμως έμενε πίσω. Κάποια στιγμή μαθεύτηκε ότι ξέρω τυφλό σύστημα στη γραφομηχανή. Σύντομα βρέθηκα να ασκώ καθήκοντα γραφέα. Το πρωί γραφείο, το βράδυ σκοπιά. Έξοδος με το σταγονόμετρο. Δεν είχα παράπονο όμως. Όλο σχεδόν το τάγμα ήταν «έξω» να κυνηγάει ομάδες Αλβανών στο κρύο και στα χιόνια. Εγώ τουλάχιστον ήμουν «μέσα».

    Ένα μεσημεράκι μπαίνει στο γραφείο ο διοικητής.

    – Σκαμνέλο, έλα γρήγορα! Έλα να δεις!

    Πήγα. Με οδηγεί στο παράθυρο και μου δείχνει μια ομάδα Αλβανών – πεντέξι νοματαίοι όλοι κι όλοι. Είχαν καθίσει καμιά πεντακοσαριά μέτρα έξω από το στρατόπεδο και ετοιμάζονταν για κολατσιό.

    – Θα πας, θα τους πιάσεις και θα τους παραδώσεις στην αστυνομία. Ξέρεις πού είναι η αστυνομία. Δεν ξέρεις;

    Ήξερα πού είναι η αστυνομία. Αυτό που δεν ήξερα ήταν πώς θα έπιανα μόνος μου πεντέξι νοματαίους και πώς θα κατάφερνα να διασχίσω μαζί τους τη μισή Κόνιτσα ώσπου να φτάσω στην αστυνομία. Θα προτιμούσα να κάνω τα στραβά μάτια. Έλα όμως που ο άλλος κοίταγε. Και για κακή μου τύχη το στρατόπεδο στην Κόνιτσα βρίσκεται σε ψήλωμα και κατοπτεύει τον χώρο.

    Το να μοιραστείς το ψωμί του αλλουνού δεν είναι μικρό πράμα. Είναι «μπέσα». Δεν έχουμε ελληνική λέξη για την μπέσα. Από τα αλβανικά την πήραμε

    Τους πλησίασα. Δεν ταράχτηκαν, δεν έκαναν να φύγουν. Πιάσαμε κουβέντα. Καμιά τριανταριά λέξεις αλβανικές που είχα μάθει εγώ, άλλες τόσες ελληνικές που ήξεραν αυτοί, συν κάμποσα αυτοσχέδια ιταλικά που ούτε εγώ τα ήξερα ούτε αυτοί.

    Η πρώτη τους κουβέντα ήταν «νο πολιτσία» (όχι αστυνομία) και η πρώτη μου απάντηση ήταν «νο πολιτσία· γιο ουστάρ» (όχι αστυνομία· εγώ φαντάρος). Οι φουκαράδες μου έλεγαν μην τους παραδώσω στην αστυνομία. Εγώ έκανα ότι δεν καταλάβαινα. Τους απαντούσα ότι δεν είμαι αστυνομικός, ότι είμαι φαντάρος.

    Η δεύτερη κουβέντα τους ήταν «μπουκ» (ψωμί) και η τρίτη «πούνα» (δουλειά). Η τέταρτη ήταν «πρίφτι» (παπάς). Προφανώς είχαν ακούσει ότι υπάρχει ένας παπάς που νοιάζεται γι’ αυτούς. Για κακή τους τύχη ο εν λόγω «πρίφτι» (ο Σεβαστιανός Κονίτσης) δεν νοιαζόταν γι’ αυτούς.

    Με τα πολλά, τους είπα ότι θα τους πάω στο τάγμα. Δεν με πίστεψαν. «Νο πολιτσία» ήταν η μόνιμη επωδός. Είχαμε φτάσει σε αδιέξοδο. Ο γεροντότερος ανάμεσά τους –λίγο πάνω από 40 χρόνων– πήρε το μαχαίρι και έκοψε μια φετούλα από το ψωμί που τρώγανε. Μου έδωσε να φάω. Έτριψα την κοιλιά μου εννοώντας ότι είμαι φαγωμένος.

    Ο άλλος επέμενε. Το να μοιραστείς το ψωμί του αλλουνού δεν είναι μικρό πράμα. Είναι «μπέσα». Έχουμε στα ελληνικά δική μας λέξη για την μπέσα; Δεν έχουμε. Από τα αλβανικά την πήραμε. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Πήρα το ψωμί. Το έφαγα. Τραχύ, μαύρο.

    Με ακολούθησαν. Μπήκαμε στην Κόνιτσα. Φτάσαμε στην αστυνομία. Πετάχτηκαν οι αστυνομικοί έξω, τους μάζεψαν. Ένας νεαρούλης στράφηκε προς το μέρος μου, με κοίταξε και μου είπε δυο λέξεις: «Μπαμπέση Γκρέκο».

    Αυτή υπήρξε η μοναδική φορά στη ζωή μου που κάποιος με είπε μπαμπέση. Και το χειρότερο είναι ότι είχε δίκιο.

    banner_300_250
    Σπύρος Σκαμνέλος
    Ο Σπύρος Σκαμνέλος είναι διοικητικός υπάλληλος στο Υπουργείο Πολιτισμού και μεταπτυχιακός φοιτητής Ιστορίας

    Κεντρική φωτογραφία
    Από το προσωπικό αρχείο του Σπύρου Σκαμνέλου

    MORE SHORT STORIES