Ήταν το 1915, το έτος που οι Τούρκοι συγκέντρωναν τους Αρμένιους, μπουλούκια μπουλούκια και τους μετέφερναν στο κοντινό δάσος προς… σφαγήν. Ήμουνα τότε 19 χρονών, ανθυπολοχαγός του Τουρκικού Στρατού. Πηγαίναμε με το 136ο Σύνταγμα στο μέτωπο της Γάζας. Στο μέτωπο που πας και δεν γυρίζεις (γκιντέν ντομέζ τσεπεσί). Έτσι έλεγαν στον πρώτο Πανευρωπαϊκό Πόλεμο το μέτωπο της Γάζας, επειδή το μέτωπο αυτό ήταν πολύ φονικό.
Δεν θ’αναφέρω στο πως βρεθήκαμε από το μεγάλο σιδηροδρομικό σταθμό του Χάινταν Πασιά στο μέτωπο της Γάζας. Δηλαδή πέντε χιλιόμετρα πίσω από τη κατεστραμμένη πόλη. Σήμερα θ’ αναφερθώ στην τελευταία μάχη που δώσαμε ενάντια στους Άγγλους κοντά σ’ ένα αραβικό χωριό τότε. 20 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Ιερουσαλήμ με το όνομα Σάρις. Μέσα σ’ αυτό το χωριό ήταν οχυρωμένη η διοίκηση του 136ου Συντάγματος. Ύστερα από πολλές κανονικές υποχωρήσεις από την πίεση του Αγγλικού στρατού.
Ο λόχος μας όταν ξεκίνησε από την Πόλη αριθμούσε 251 αξιωματικούς και άνδρες. Στην τελευταία αυτή μάχη κατήντησε μόνον σε 20 άνδρες και έναν ανθυπολοχαγό, τον γράφοντα.
Καταλαβαίνετε ότι οι 230 σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν εις αλλεπάλληλες μάχες ώσπου να φθάσουμε στο χωριό Σάρις. Ύστερα από μια σκληρή μάχη πήραμε διαταγή να αποσυρθούμε για ανάπαυση σε μια χαράδρα, νηστικοί και κατάκοποι.
Οι στρατιώτες ξεμονάχιασαν μια γίδα, την γδάραν και την ψήνανε, όμως δεν πέρασε πολύ ώρα και ακούστηκε μια στριγγλή φωνή «Σιλάχ μπασινά», δηλαδή στα όπλα.
Έπρεπε λοιπόν άρον άρον να σηκωθούμε, να πάρουμε τον εξοπλισμό, να τρέξουμε να ενισχύσουμε του μαχομένους που πολεμούσαν τους Άγγλους αριστερά από το χωριό Σάρις.
Γρήγορα γρήγορα κομματιάσαμε τη μισοψημένη γίδα και ο καθένας μας κρατώντας από ένα κοψίδι τρέξαμε προς τη μάχη. Φτάσαμε λοιπόν ημείς, ο λόχος των 20 στρατιωτών και ο διοικητής του λόχου, ένας ανθυπολοχαγός (Μουλιαζίμ σανί) κοντά στη μάχη.



