Skip to content
Home » Η τελευταία μάχη του Αλέξανδρου Μανθούλη στο μέτωπο της Γάζας

Η τελευταία μάχη του Αλέξανδρου Μανθούλη στο μέτωπο της Γάζας

    Η τελευταία μάχη του Αλέξανδρου Μανθούλη στο μέτωπο της Γάζας

    Published

    Η τελευταία μάχη του Αλέξανδρου Μανθούλη στο μέτωπο της Γάζας

    Published
    Ο Νίκος Θεοδοσίου ανατρέχει στα χειρόγραφα του Αλέξανδρου Μανθούλη -πατέρα του σκηνοθέτη Ροβήρου Μανθούλη- όπου περιγράφει την τελευταία μάχη στην οποία συμμετείχε στο μέτωπο της Παλαιστίνης το 1917

    Ήταν το 1915, το έτος που οι Τούρκοι συγκέντρωναν τους Αρμένιους, μπουλούκια μπουλούκια και τους μετέφερναν  στο κοντινό δάσος προς… σφαγήν. Ήμουνα τότε 19 χρονών, ανθυπολοχαγός του Τουρκικού Στρατού. Πηγαίναμε με το 136ο Σύνταγμα στο μέτωπο της Γάζας. Στο μέτωπο που πας και δεν γυρίζεις (γκιντέν ντομέζ τσεπεσί). Έτσι έλεγαν στον πρώτο Πανευρωπαϊκό Πόλεμο το μέτωπο της Γάζας, επειδή το μέτωπο αυτό ήταν πολύ φονικό.

    Δεν θ’αναφέρω στο πως βρεθήκαμε από το μεγάλο σιδηροδρομικό σταθμό του Χάινταν Πασιά στο μέτωπο της Γάζας. Δηλαδή πέντε χιλιόμετρα πίσω από τη κατεστραμμένη πόλη. Σήμερα θ’ αναφερθώ στην τελευταία μάχη που δώσαμε ενάντια στους Άγγλους κοντά σ’ ένα αραβικό χωριό τότε. 20 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Ιερουσαλήμ με το όνομα Σάρις. Μέσα σ’ αυτό το χωριό ήταν οχυρωμένη η διοίκηση του 136ου Συντάγματος. Ύστερα από πολλές κανονικές υποχωρήσεις από την πίεση του Αγγλικού στρατού.

    Ο λόχος μας όταν ξεκίνησε από την Πόλη αριθμούσε 251 αξιωματικούς και άνδρες. Στην τελευταία αυτή μάχη κατήντησε μόνον σε 20 άνδρες και έναν ανθυπολοχαγό, τον γράφοντα.

    Καταλαβαίνετε ότι οι 230 σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν εις αλλεπάλληλες μάχες ώσπου να φθάσουμε στο χωριό Σάρις. Ύστερα από μια σκληρή μάχη πήραμε διαταγή να αποσυρθούμε για ανάπαυση σε μια χαράδρα, νηστικοί και κατάκοποι.

    Οι στρατιώτες ξεμονάχιασαν μια γίδα, την γδάραν και την ψήνανε, όμως δεν πέρασε πολύ ώρα και ακούστηκε μια στριγγλή φωνή «Σιλάχ μπασινά», δηλαδή στα όπλα.

    Έπρεπε λοιπόν άρον άρον να σηκωθούμε, να πάρουμε τον εξοπλισμό, να τρέξουμε να ενισχύσουμε του μαχομένους που πολεμούσαν τους Άγγλους αριστερά από το χωριό Σάρις.

    Γρήγορα γρήγορα κομματιάσαμε τη μισοψημένη γίδα και ο καθένας μας κρατώντας από ένα κοψίδι τρέξαμε προς τη μάχη. Φτάσαμε λοιπόν ημείς, ο λόχος των 20 στρατιωτών και ο διοικητής του λόχου, ένας ανθυπολοχαγός (Μουλιαζίμ σανί) κοντά στη μάχη.

    Ο πληθυσμός του χωριού, όλοι Άραβες, βγήκαν στην πλατεία και χόρευαν. Προχωρώντας συνάντησα 5 Άγγλους στρατιώτες οι οποίο με συνέλαβαν αιχμάλωτο.

    Στα 100 μέτρα συναντήσαμε μια ομάδα δέκα περίπου αξιωματικών, προφανώς αξιωματικών των μονάδων του 136 συντάγματος, οι οποίοι συνομιλούσαν σκυθρωποί. Τους πλησιάσαμε ολίγον απληροφόρητοι και τους ερωτώ:

    «Βρε παιδιά δεν πάτε κοντά στους μαχομένους στρατιώτας μας;».

    «Και δεν πας η αφεντιά σου», μου είπαν με βαρύ ύφος.

    Τότε ανέσυρα το περίστροφό μου και κατευθύνθηκα στο πεδίον της μάχης μαζί με τους είκοσι στρατιώτας μου. Βρήκα τους στρατιώτες μαχομένους πίσω από βράχους και να πολεμούν με πείσμα τους Άγγλους που δεν απείχαν περισσότερο από είκοσι μέτρα.

    Με την άφιξή μας δώσαμε πιο πολύ θάρρος στους μαχομένους και αντιμετωπίζαμε τους Άγγλους με επιτυχία. Πολεμούσαμε ακίνητοι ως αργά το απόγευμα όταν κατά το σούρουπο ακούστηκε μια δυνατή φωνή που προερχόταν από το χωριό Σάρις, «Χερ κεσ κεντισιν κουρτασί», δηλαδή «ο σώζων εαυτόν σωθήτω».

    Μόλις άκουσαν αυτή τη διαταγή οι στρατιώτες, έστρεψαν τα νώτα και άρχισαν να τρέχουν τη κατωφεριά ενώ έως τότε αντιμετωπίζαμε του Άγγλους επιτυχώς. Τώρα οι Εγγλέζοι στρατιώτες όρθιοι και απροστάτευτοι έβαλαν κατά των Τούρκων, φονεύοντας μερικούς.

    Οι Άγγλοι δεν έτρεξαν πίσω τους, δεν τους εκυνήγησαν όπως θα έκαναν οι Τούρκοι ή ακόμα και οι Έλληνες αν ήταν στη θέση των Άγγλων.

    Εγώ, διατήρησα την ψυχραιμία μου και από βράχο σε βράχο με προσοχή κατέβηκα το λόφο και κρύφτηκα σε ασφαλέστερο μέρος. Εκεί συνάντησα τους δέκα αξιωματικούς που περίμεναν πίσω από τη μάχη. Τώρα, και εδώ περίμεναν τη σειρά τους για να ενωθούν με τον υποχωρούντα τούρκικο στρατό. Περίμεναν εκεί γιατί ένα σημείο διαφυγής εβομβαρδίζετο και περίμεναν το κενό μεταξύ δυο οβίδων για να διαφύγουν ένας ένας. Εζήτησα να διαφύγω και εγώ αλλά με εμπόδισαν λέγοντας, εσύ τώρα ήρθες, θα περάσεις τελευταίος.

    Εν τω μεταξύ άρχισε μια καταρρακτώδης βροχή και η διαφυγή για μένα και δυο στρατιώτες τραυματισμένους κατέστη αδύνατος,

    Η βροχή σταμάτησε, έδεσα τα τραύματα των στρατιωτών με τους ατομικούς επιδέσμους των, ύστερα κατευθύνθηκα προς το χωριό Σάρις. Έφθασα στην τοποθεσία του 136 συντάγματος, όπου συνάντησα το άλογο του γιατρού μας τραυματισμένο και δεμένο. Βρήκα ένα σακίδιο με ξηρό ψωμί και μερικά φύλλα παστέλι βερίκοκο και ένα παγούρι με νερό. Κάθισα σε μια πέτρα, έβρεξα το ψωμί και το έτρωγα σαν να μη συμβαίνει τίποτα.

    Ο πληθυσμός του χωριού, όλοι Άραβες, βγήκαν στην πλατεία και χόρευαν. Προχωρώντας συνάντησα 5 Άγγλους στρατιώτες οι οποίο με συνέλαβαν αιχμάλωτο.

    •••

    Η αυτοβιογραφία του Αλέξανδρου Μανθούλη «Ο Περιπλανώμενος Ρωμιός» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τσουκάτου σε επιμέλεια Νίκου Θεοδοσίου.

    banner_300_250
    Picture of Νίκος Θεοδοσίου
    Ο Νίκος Θεοδοσίου είναι σκηνοθέτης και συγγραφέας

    Κεντρική φωτογραφία  Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου

    ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS

    MORE STORIES

    Κινηματογράφος Σμύρνη shortstories
    Short

    Ταραχές σε ένα σινεμά στη Σμύρνη του 1908

    Ο Νίκος Θεοδοσίου φυλλομετρά την εφημερίδα «Αμάλθεια» για λογαριασμό του Short Stories και μεταφέρει τις ταραχές που ξέσπασαν στη Σμύρνη από το αγανακτισμένο κοινό του σινεμά Κρέμερ

    Μάη του ’68_MAY 1968_Paris_shortstories.gr ΡΟΒΗΡΟΣ ΜΑΝΘΟΥΛΗΣ
    Short

    Ο Ροβήρος Μανθούλης στο Παρίσι τον Μάη του ’68

    Μια αφήγηση του Ροβήρου Μανθούλη από το 2018 σχετικά με όσα έζησε ως παρατηρητής στο Παρίσι τον Μάη του ’68, τον καιρό της φοιτητικής επανάστασης και της μαζικής απεργιακής κινητοποίησης

    ΝΙΚΟΣ-ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ-ΠΑΡΙΣΙ shortstoriesgr καμερα Zeiss
    Short

    Μια κάμερα Zeiss από το Παρίσι στη Βιέννη

    Ο Νίκος Θεοδοσίου γράφει στο Short Stories για την πρώτη του κινηματογραφική κάμερα που χρησιμοποίησε τη δεκαετία του 1960 στο Παρίσι και ξαναβρήκε 50 χρόνια μετά στη Βιέννη