Γνώρισα τον Κορνήλιο Καστοριάδη έμμεσα μέσω του κοινωνικού επαναστάτη Άγι Στίνα – κατά κόσμον Σπύρος Πρίφτης. Συνάντησα τον Κορνήλιο μόνο μία φορά. Έμπαινε στις εκδόσεις Ύψιλον / Βιβλία, στη Ζωοδόχου Πηγής. Απλώς χαιρετηθήκαμε και του είπα ότι γνώριζα καλά τον Στίνα.
O Στίνας έμενε στην οδό Αριστάρχου 21Α στο Παγκράτι, σε ένα ισόγειο, δωρεάν, που του είχε παραχωρήσει ο γενικός γραμματέας της Κ.Ο. Μαχητής Αγησίλαος Χριστοδουλόπουλος. Ο Στίνας ήταν απόλυτος αρνητής των υλικών αγαθών. Ήταν πάμπτωχος, μα δεν στενοχωριόταν. Δεν τον είδα ποτέ να έχει λεφτά πάνω του ή να παραγγέλνει κάτι… Ούτε πορτοκαλάδα.
Δεν μιλούσε ποτέ για λεφτά και για τις οικονομικές δυσκολίες του – ζούσε μόνο για και από τις ιδέες του. Για όσους είχαν κάνει πολλά χρόνια φυλακή –όπως ο ίδιος– έλεγε χαμογελώντας: «Μπήκα παιδί, βγήκα γέρος». Μια φράση που τη λέω και εγώ συχνά· από αυτόν την πρωτοάκουσα. Συνήθιζε να φοράει σακάκι και παντελόνι κοτλέ παλιού στιλ. Δεν κάπνιζε.
Τον επισκεπτόμουν πολύ συχνά. Απλώς [πήγαινα στο σπίτι του] χτυπούσα το κουδούνι και με δεχόταν. Ήταν πολύ σοβαρός, ισόβιος υπερασπιστής των ιδεών του, και ηγέτης. Μιλούσαμε για το κίνημα και την ιστορία. Δεν ασχολούνταν με τίποτε άλλο. Μόνο με ιδέες, βιβλία και εφημερίδες.
Κάποια φορά τον άκουσα να λέει ότι συγκινήθηκε πολύ που ο Pablo (Μιχάλης Ράπτης) έγραψε στην αυτοβιογραφία του για την ασκητική ζωή του. Κάποια άλλη φορά συνάντησα στο σπίτι του τον αγωνιστή του επαναστατικού κινήματος Γιάννη Ταμτάκο (1908-2008).



