Επρεπε να περάσουν τα χρόνια για να μπορέσω να γράψω γι’ αυτά. Γιατί «αυτά» με είχαν πονέσει πολύ. Με είχαν φέρει σε κατάσταση απίστευτης δοκιμασίας με τον εαυτό μου, με τους άλλους, με την τύχη μου που αποφάσισε να με ρίξει στα Τάρταρα. Όχι πως δεν υπήρχαν δυσκολίες στα πρώτα 34 χρόνια μου, αλλά πού να ήξερα τι θα ακολουθούσε. Το απόλυτο χάος.
Μια μικρή εγχείρηση, κάτι πυρετοί, κάποιες απορρίψεις, αυτά είχα μέχρι τότε στις αποσκευές του πόνου μου. Και θεωρούσα πως αν τύχαινε κάτι, εγώ θα ήμουν δυνατή. Δεν φανταζόμουν όμως πως αυτό το κάτι θα συγκλόνιζε την ύπαρξή μου. Θα με έκανε να πάω και να ’ρθω στο πουθενά, στον άλλο κόσμο, στην πόρτα του Άδη.
Ποτέ κανένας δεν είναι προετοιμασμένος για το κακό. Όσο και να έχεις ακούσει γι’ αυτό, όταν αρχίσει να σε αφορά προσωπικά τα πράγματα διαφέρουν, γίνονται αληθινά. Και η αλήθεια γίνεται μια τρύπα που σε ρουφά. Δεν χωρούν πια υπεκφυγές.
Ξέρεις, μπορεί να έκαναν λάθος οι γιατροί, μπορεί, μπορεί… Τίποτε δεν μπορεί. Συμβαίνει. Σ’ εσένα. Όσο και να θες να ανοίξει η γη να σε καταπιεί ή να έρθει κάποιος άλλος να πάρει τη θέση σου σε αυτό (σαν την παράκληση του Άδμητου προς τους γονείς του στην Άλκηστη του Ευριπίδη: «Ελάτε να πάρετε τη θέση μου στον Άδη»), κανένας δεν μπορεί να πάρει τη θέση σου.
Δεν πάει έτσι στη ζωή. Η ζωή φέρνει τα πράγματα όπως γουστάρει αυτή. Με τους δικούς της ρυθμούς, δεν ξέρεις πού στοχεύει ο πόνος. Στοχεύει στο παιδί, στοχεύει αδιακρίτως. Και απλώς αν βρεθείς εσύ στον δρόμο του, την έβαψες για τα καλά.



