Το ανέβαλλα για χρόνια. Μπορεί και δέκα. Ήταν να αγοράσω έναν πίνακα του Παύλου Σάμιου, του τελευταίου περιγραφικού ζωγράφου, μέχρι που διάβασα ότι πέθανε τον Φεβρουάριο του 2021.
Κάθε του πίνακας ήθελε να αφηγηθεί και μια ιστορία βάζοντάς μας σε σκέψεις. Μια κοπέλα σκεφτική που γράφει ένα γράμμα, δυo τρία αντικείμενα πάνω στο τραπέζι, ένα τρανζίστορ. Και πάντα ένα παπούτσι ριγμένο στο πάτωμα. Δεν υπάρχει πίνακας του Παύλου Σάμιου χωρίς να υπάρχουν ένα ή δύο παπούτσια.
Ο πατέρας του είχε τσαγκαράδικο στην οδό Αχιλλέως στον Ταύρο. Φτωχή συνοικία. Οι δουλειές όμως δεν του έλειπαν. Να αλλάξει σόλες και τακούνια στα παλιά παπούτσια. Δεν υπήρχαν τότε τα αθλητικά για να τα πετάμε. «Δεν παίρνω ποτέ λεφτά από περαστικό που χάλασε το παπούτσι του στον δρόμο» έλεγε.
«Γιατί δεν παίρνεις λεφτά από περαστικούς;» τον ρωτούσα.
«Μπορεί να μην έχει λεφτά επάνω του» απαντούσε.
«Ο πατέρας μου» μου έλεγε ο διάσημος ζωγράφος Παύλος Σάμιος, καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Πολυτεχνείο, όταν τον είχα συναντήσει σε μια έκθεσή του στην Κεφαλλονιά, «όταν ήμουν μικρός με έβαζε να παίρνω τα μέτρα για τα παπούτσια που παράγγελναν μερικές γυναίκες, για να κοιτάω ανάμεσα στα πόδια τους και να μη γίνω ομοφυλόφιλος. Συχνά με έστελνε στα καλά μαγαζιά της Αθήνας, στου Σεβαστάκη παραδείγματος χάρη, για να αντιγράφω τα παπούτσια που έβλεπα στη βιτρίνα και του πήγαινα τα σχέδια».
Είχε κι έναν αδελφό ο Παύλος. Ένα νεαρό παιδί, ναύτης, με σοβαρό και θλιμμένο πρόσωπο. Είχε κάνει και χορευτής στη Λυρική. Λέγανε πως ήταν ομοφυλόφιλος. Μικρό παιδί στο ιδιωτικό σχολείο της Καρασταμάτη που φοιτούσε, στην ίδια γειτονιά με το τσαγκαράδικο του πατέρα του, ήταν ένα πειραχτήρι, έξυπνο, με κάπως διαφορετική φωνή…



