Skip to content
Home » Ο μεγάλος ζωγράφος Παύλος Σάμιος και η μικρή συνοικία του Ταύρου

Ο μεγάλος ζωγράφος Παύλος Σάμιος και η μικρή συνοικία του Ταύρου

    Ο μεγάλος ζωγράφος Παύλος Σάμιος και η μικρή συνοικία του Ταύρου

    Published

    Ο μεγάλος ζωγράφος Παύλος Σάμιος και η μικρή συνοικία του Ταύρου

    Published
    Η Ξένη Μουχίμογλου περιγράφει στο Short Stories χαρακτηριστικές στιγμές από τον Ταύρο της δεκαετίας του ’50, με τον Παύλο Σάμιο, το τσαγκαράδικο του πατέρα του, το σχολείο Καρασταμάτη, τα παγωτά του Γιορδάνη και τον χαμό του πιτσιρικά Μίμη να συνθέτουν ένα αστικό δράμα σε ασπρόμαυρους τόνους

    Το ανέβαλλα για χρόνια. Μπορεί και δέκα. Ήταν να αγοράσω έναν πίνακα του Παύλου Σάμιου, του τελευταίου περιγραφικού ζωγράφου, μέχρι που διάβασα ότι πέθανε τον Φεβρουάριο του 2021.

    Κάθε του πίνακας ήθελε να αφηγηθεί και μια ιστορία βάζοντάς μας σε σκέψεις. Μια κοπέλα σκεφτική που γράφει ένα γράμμα, δυo τρία αντικείμενα πάνω στο τραπέζι, ένα τρανζίστορ. Και πάντα ένα παπούτσι ριγμένο στο πάτωμα. Δεν υπάρχει πίνακας του Παύλου Σάμιου χωρίς να υπάρχουν ένα ή δύο παπούτσια.

    Ο πατέρας του είχε τσαγκαράδικο στην οδό Αχιλλέως στον Ταύρο. Φτωχή συνοικία. Οι δουλειές όμως δεν του έλειπαν. Να αλλάξει σόλες και τακούνια στα παλιά παπούτσια. Δεν υπήρχαν τότε τα αθλητικά για να τα πετάμε. «Δεν παίρνω ποτέ λεφτά από περαστικό που χάλασε το παπούτσι του στον δρόμο» έλεγε.

    «Γιατί δεν παίρνεις λεφτά από περαστικούς;» τον ρωτούσα.

    «Μπορεί να μην έχει λεφτά επάνω του» απαντούσε.

    «Ο πατέρας μου» μου έλεγε ο διάσημος ζωγράφος Παύλος Σάμιος, καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Πολυτεχνείο, όταν τον είχα συναντήσει σε μια έκθεσή του στην Κεφαλλονιά, «όταν ήμουν μικρός με έβαζε να παίρνω τα μέτρα για τα παπούτσια που παράγγελναν μερικές γυναίκες, για να κοιτάω ανάμεσα στα πόδια τους και να μη γίνω ομοφυλόφιλος. Συχνά με έστελνε στα καλά μαγαζιά της Αθήνας, στου Σεβαστάκη παραδείγματος χάρη, για να αντιγράφω τα παπούτσια που έβλεπα στη βιτρίνα και του  πήγαινα τα σχέδια».

    Είχε κι έναν αδελφό ο Παύλος. Ένα νεαρό παιδί, ναύτης, με σοβαρό και θλιμμένο πρόσωπο. Είχε κάνει και χορευτής στη Λυρική. Λέγανε πως ήταν ομοφυλόφιλος. Μικρό παιδί στο ιδιωτικό σχολείο της Καρασταμάτη που φοιτούσε, στην ίδια γειτονιά με το τσαγκαράδικο του πατέρα του, ήταν ένα πειραχτήρι, έξυπνο, με κάπως διαφορετική φωνή…

    Κατά το Πάσχα έβγαινε ο Γιορδάνης με το καροτσάκι του και πουλούσε παγωτό χειροποίητο που το έφτιαχνε στο σπίτι του με τη γυναίκα του τη Γιορδάναινα

    Τι σχολείο ήταν αυτό της Καρασταμάτη! Εκεί μαθαίναμε γράμματα, μαθαίναμε ελληνικά. Έπρεπε να μαθαίνουμε να αποστηθίζουμε κατεβατά ολόκληρα από κείμενα του σχολικού βιβλίου για να μιλάμε σωστά. Παιδιά αναλφάβητων γονέων στα μέσα της δεκαετίας του ’40. Και τα πιο πολλά παιδιά να χρωστάνε τα δίδακτρα. Φτωχοί άνθρωποι οι γονείς.

    Οι περισσότεροι δουλεύανε στο υφαντουργείο του Σικιαρίδη. Όταν ακουγότανε ότι ο Σικιαρίδης θα κάνει απολύσεις έπεφτε πένθος στη συνοικία. Θα γεμίζανε με πίστωση τα βιβλιαράκια στον μπακάλη. Γιατί όμως έστελναν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό σχολείο; Επειδή για να πάνε στο δημόσιο, θα έπρεπε να περάσουν από τις «γραμμές», δηλαδή από εκεί που περνούσε το τρένο σε μια διαδρομή που έφτανε μέχρι τον Πειραιά.

    Κάποτε, αφηγούνται, μια νέα κοπέλα, νιόνυφη, καθώς περνούσε μπλέχτηκε το πασούμι της ανάμεσα στις γραμμές. Προσπαθούσε να το ξεμπλοκάρει ενώ το τρένο πλησίαζε. Το τρένο την έφτασε και πέρασε από πάνω της. Την έκανε κομμάτια…

    Στις 28 Οκτωβρίου και στις 25 Μαρτίου το σχολείο έκανε παρέλαση. Τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού βγαίνανε και τα πρώτα παγωτά ΕΒΓΑ, με ξυλάκι, σκέτα, ή με σοκολάτα. Τι χαρά τη μέρα εκείνη! Λίγο μετά, κατά το Πάσχα, έβγαινε και ο Γιορδάνης με το καροτσάκι του και πουλούσε παγωτό χειροποίητο που το έφτιαχνε στο σπίτι του μαζί με τη γυναίκα του τη Γιορδάναινα. Εκείνο κι αν ήταν παγωτό! Εκείνη όλη μέρα κοπανούσε στο γουδί το μαχλέπι, κάτι πολύ σκληρούς σπόρους που αγόραζε από το διπλανό μπακάλικο. Το γάλα, πρόβειο, το έπαιρνε από τη στάνη του Καραγιάννη, λίγα μέτρα πιο κάτω.

    Άλλο δράμα είχε παιχτεί στο σπίτι που βρισκόταν μες στη στάνη. Είχαν ένα παιδί, τον Μίμη, πρώτο παιδί και αγόρι. Ένα απόγευμα ο Μίμης εξαφανίστηκε. Τον έψαχναν όλη νύχτα, μάταια…

    Τον βρήκαν την άλλη μέρα. Στην αποθήκη της μάντρας όπου στοιβάζανε τα τσουβάλια με το πίτουρο για τα ζώα.  Ο Μίμης ανέβαινε στο πιο ψηλό τσουβάλι και πήδαγε κάτω. Συνηθισμένο του παιχνίδι. Μια μέρα τα τσουβάλια πέσανε όλα μαζί πάνω του και τον καταπλακώσανε. Πέθανε από ασφυξία.

    «Μίμη!» φώναζε σπαραχτικά τη μέρα εκείνη η μάνα του, ενώ τον περίμενε να γυρίσει από το παιχνίδι…

    Άλλο αγόρι δεν απέκτησε η οικογένεια. Η τραγική μάνα έκανε στη συνέχεια πέντε έξι κορίτσια. Στο τελευταίο πέθανε λίγες ώρες μετά τη γέννα. Λένε πως όταν πήγε να τη δει λεχώνα ο άντρας της, της είπε «πάλι κόρη έκανες;». Λίγες ώρες μετά η γυναίκα ξεψύχησε…

    banner_300_250
    Picture of Ξένη Μουχίμογλου
    H Ξένη Μουχίμογλου είναι συνταξιούχος δημοσιογράφος και συγγραφέας

    MORE STORIES

    βιβλιοκαφέ Εύμαρος εκδόσεις Ταύρου shortstories
    Short

    Γιατί ανοίξαμε το βιβλιοκαφέ μας στον Ταύρο

    Ο Πέτρος Κακολύρης αφηγείται στο Short Stories πώς μια παλιά ιστορία αλληλεγγύης της εφηβείας του τον οδήγησε στην απόφαση να ανοίξει το βιβλιοκαφέ των εκδόσεων Εύμαρος σε γειτονιά του Ταύρου

    Ειρήνη Γαβριλάκη_Ένα ρέκβιεμ για τον Πέτρο Θέμελη
    Short

    Ένα ρέκβιεμ για τον Πέτρο Θέμελη

    Η αρχαιολόγος Ειρήνη Γαβριλάκη ανακαλεί στη μνήμη της στιγμές από τις συναντήσεις της με τον αρχαιολόγο Πέτρο Θέμελη (1936-2023), ο οποίος αφήνει στους επιγενόμενους ένα πλούσιο ανασκαφικό και αναστηλωτικό έργο