Skip to content
Home » Οπισθοδρομική Κομπανία: Μια μπίρα στα τρία κι ένα ζεϊμπέκικο στα Εξάρχεια του ’78

Οπισθοδρομική Κομπανία: Μια μπίρα στα τρία κι ένα ζεϊμπέκικο στα Εξάρχεια του ’78

    Οπισθοδρομική Κομπανία: Μια μπίρα στα τρία κι ένα ζεϊμπέκικο στα Εξάρχεια του ’78

    Published
    Από αριστερά: Άγγελος Σφακιανάκης (μπαγλαμάς), Γιάννης Εμμανουηλίδης (μπουζούκι), Ελευθερία Αρβανιτάκη (τραγούδι), Στράτος Στρατηγόπουλος (κιθάρα). Πάνω: Πέτρος Εξαρχάκος (ακορντεόν)

    Οπισθοδρομική Κομπανία: Μια μπίρα στα τρία κι ένα ζεϊμπέκικο στα Εξάρχεια του ’78

    Published
    Από αριστερά: Άγγελος Σφακιανάκης (μπαγλαμάς), Γιάννης Εμμανουηλίδης (μπουζούκι), Ελευθερία Αρβανιτάκη (τραγούδι), Στράτος Στρατηγόπουλος (κιθάρα). Πάνω: Πέτρος Εξαρχάκος (ακορντεόν)
    Ο Άγγελος Σφακιανάκης, ιδρυτικό μέλος της Οπισθοδρομικής Κομπανίας, αφηγείται στο Short Stories μια ιστορία από τα πρώτα τους νυχτερινά σεργιάνια ως τρίο, ακόμη, περιπλανώμενων μουσικών στα Εξάρχεια του 1978, που αφιερώνει στη μνήμη του Στράτου Στρατηγόπουλου

    Πρέπει να ήταν στα μισά του Ιούλη. Το 2CV του Στράτου είχε χαλάσει. Το νυχτοκάματο κινδύνευε να χαθεί. Η «γύρα» στις ταβέρνες έπρεπε να γίνει με άλλο μέσο. Άλλο μέσο όμως δεν υπήρχε και ο Γιάννης ήταν ζοχαδιακός με τους ταξιτζήδες.

    Αποφασίσαμε να πάμε στα Εξάρχεια όπου υπήρχαν πολλές ταβέρνες σε κοντινές αποστάσεις. Με τα όργανα στα χέρια θα το κόβαμε ποδαράτα.

    Μιλάμε για το 1978. Τρεις περιπλανώμενοι μουσικοί τριγυρνάμε στις ταβέρνες και στα στέκια της Αθήνας παίζοντας ρεμπέτικα. Σε ένα καπέλο μαζεύουμε την ανταμοιβή μας. Ήταν η καβάντζα των παλιών. Κι ο Βαμβακάρης άμα ξέμενε από δουλειά, με πιατάκι έβγαινε στη γύρα. «Σφουγγάρα» το λέγαν στη ρεμπέτικη αργκό. Αυτό το μουσικό τρίο ήταν ο πυρήνας της  Οπισθοδρομικής Κομπανίας. Εμμανουηλίδης, Στρατηγόπουλος, Σφακιανάκης.

    Η Αθήνα είχε αδειάσει. Η ζέστη είχε διώξει τους Εξαρχειώτες για δροσερότερα μέρη. Οι ξέσκεπες ταβέρνες με γλάστρες και γιασεμιά είχαν κίνηση. Ήταν Παρασκευή. Πήγαμε στου Μπαρμπαγιάννη που είχε τραπεζάκια έξω. Γεμάτος. Δυσκολευτήκαμε να βρούμε καρέκλες για να κάτσουμε. Όταν μας έκανε νόημα έπρεπε να φύγουμε.

    Ανηφορήσαμε την Τρικούπη. Τα είπαμε σε μια μικρή ταβερνούλα με αυλή στη Μεθώνης και πήραμε τη Μαυρομιχάλη για τη Λεύκα. Οι θαμώνες ήταν οικογένειες και δεν μας σήκωνε για πολύ με τα «ουσιώδη» τραγούδια που λέγαμε. Συνεχίσαμε για τον Πειναλέοντα που ήταν από τα φιλόξενα στέκια μας.

    Του κάναμε καντάδα. Τον ταράξαμε. Αμήχανος. Σηκώθηκε όρθιος. Πέταξε το τσιγάρο. Σαν να του παίζαμε τον εθνικό ύμνο. Δεν τραγούδησε. Μας κοίταζε βουβός

    Ένα τετράγωνο πριν φτάσουμε, στα δεξιά, οι κολώνες μιας πολυκατοικίας δημιουργούσαν μια μικρή στοά. Εκεί στο κούφωμα ήταν ανοιχτό ένα σκοτεινό παράθυρο μιας χαμηλοτάβανης κουζίνας. Δίπλα μια μονόφυλλη τζαμόπορτα με ένα αλουμινένιο καγκελάκι.

    Ένας ηλικιωμένος καθόταν και κάπνιζε. Είχε στριμώξει το καρεκλάκι του σε αυτό των δύο διαστάσεων μπαλκόνι. Φορούσε ένα αθλητικό λευκό φανελάκι κι ένα σορτς. Ξυπόλητος. Πάνω στην κουπαστή ισορροπούσε μια μπίρα. Έπινε αργά. Χωρίς ποτήρι. Εργατικά. Μας έκανε εντύπωση αυτή η σκοτεινή μοναξιά αλλά δεν είπαμε τίποτε.

    Συνεχίσαμε για τα φώτα του Πειναλέοντα. Είχε τα παράθυρα ορθάνοιχτα. Γέλια, κουβέντες, τσουγκρισμένα ποτήρια και μαχαιροπίρουνα. Μια χαρά απλωνόταν στη Μαυρομιχάλη. Μας βρήκαν θέσεις και αρχίσαμε. Κρύες μπίρες και κεράσματα ερχόντουσαν από όλες τις γωνιές. Σε λίγο όλο το μαγαζί έγινε τραγούδι.

    Οι χαρές μας παρέσυραν και κάτσαμε καμιά ώρα. Έπρεπε να πάμε κι από την ταβέρνα Της Ξανθής στου Στρέφη. Ένα ακόμη και φεύγουμε. Κατηφορίσαμε τη Μαυρομιχάλη με το βουητό της ταβέρνας πάνω μας.

    Περάσαμε μπροστά από το σκοτεινό παράθυρο. Το πλάνο ήταν ίδιο. Ο γέρος κάπνιζε και έπινε αργά την μπίρα του. Προς στιγμή προσπεράσαμε. Κάτι μας κόμπιασε το βήμα. Κοιταχτήκαμε και συγχρονισμένα γυρίσαμε. Σταθήκαμε κάτω από το μπαλκονάκι και βγάλαμε τα όργανα. «Ξύπνα, μικρό μου, κι άκουσε». Η ώρα πρέπει να ήταν δώδεκα και…

    Του κάναμε καντάδα. Τον ταράξαμε. Αμήχανος. Σηκώθηκε όρθιος. Πέταξε το τσιγάρο. Σαν να του παίζαμε τον εθνικό ύμνο. Δεν τραγούδησε. Μας κοίταζε βουβός. Στο τελευταίο ρεφρέν οπισθοχώρησε και για λίγο χάθηκε στο σκοτάδι. Το φως του ψυγείου φώτισε την κουζίνα. Ήρθε με μια μπίρα. Δεν πρέπει να είχε άλλη. Μας την πρόσφερε. Την ήπιαμε στην υγειά του. Τρεις από το ίδιο μπουκάλι.

    Τόλμησε και ρώτησε: «Με παίρνει για ένα ζεϊμπέκικο;».
    Δευτερώσαμε με «Τα δυο σου χέρια πήρανε βεργούλες και με δείρανε».

    •••

    Το 1978 ο Άγγελος Σφακιανάκης προτείνει στον Γιάννη Εμμανουηλίδη να δημιουργήσουν ένα συγκρότημα που σαν πλανόδιος θίασος μουσικών να περιοδεύει στις ταβέρνες της Αθήνας παίζοντας ρεμπέτικα τραγούδια. Συνάντησαν τον Στράτο Στρατηγόπουλο και σταθεροποιήθηκαν στη μορφή του ρεμπέτικου τρίο – μπουζούκι, κιθάρα, μπαγλαμάς.

    Το 1979 με την ένταξη της Ελευθερίας Αρβανιτάκη στο τραγούδι και του Πέτρου Εξαρχάκου στο ακορντεόν το σχήμα θα βαφτιστεί Οπισθοδρομική Κομπανία και θα πορευτεί με μεγάλη επιτυχία ως ένα πολυπρόσωπο σχήμα μουσικών έως το 1985.

    Ο Στράτος Στρατηγόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 17 Σεπτεμβρίου 2023.

    banner_300_250
    Picture of Άγγελος Σφακιανάκης
    Ο Άγγελος Σφακιανάκης είναι ηθοποιός και μουσικός, γράφει τραγούδια και ιστορίες, και διευθύνει το δισκογραφικό label «Μικρός Ήρως»

    Κεντρική φωτογραφία
    Από το προσωπικό αρχείο του Άγγελου Σφακιανάκη

    ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS

    MORE STORIES

    Μπάμπης Παπαδόπουλος κιθαρίστας shortstoriesgr
    Short

    Όταν ο Μπάμπης Παπαδόπουλος κατάλαβε ότι δεν θα γίνει διασκεδαστής

    Ο Μπάμπης Παπαδόπουλος θυμάται για λογαριασμό του Short Storieς τις ταβέρνες στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη Θεσσαλονίκη, τα ρεμπετολαϊκά σε γάμους και βαφτίσια και την αυστηρή παραίνεση του αφεντικού «να χαμογελάει στους πελάτες»