Ο ήλιος δεν έδυε ποτέ εκείνες τις μέρες στο Utqiaġvik (πρώην Barrow) της Αλάσκας. Ήταν Ιούνιος και το αιώνιο φως της μέρας έλουζε τη βορειότερη πόλη των ΗΠΑ στον Αρκτικό Ωκεανό, έχοντας πάρει τη θέση της πολύμηνης παγωμένης νύχτας.
Η οικογένεια Patkotak ήταν αυτή που είχε αναλάβει να οργανώσει το φετινό Nalukataq. Με τις βάρκες και τα καμάκια τους είχαν καταφέρει να πιάσουν την πρώτη φάλαινα της σεζόν, μια bowhead, τεράστια και γενναιόδωρη. Σύμφωνα με την παράδοση των Ινουπιάτ, αυτό σήμαινε ευθύνη. Να ταΐσεις ολόκληρη την κοινότητα, να ανοίξεις την καρδιά σου, να μοιραστείς.
Εκατοντάδες άνθρωποι είχαν αρχίσει να καταφθάνουν από νωρίς σε μια μεγάλη αλάνα. Με μόλις δύο βαθμούς Κελσίου κάτω από το μηδέν, ορισμένοι κυκλοφορούσαν με σαγιονάρα και κοντομάνικο. Τα πιτσιρίκια έπαιζαν στην ακτή πετώντας πέτρες στη θάλασσα που ήδη είχε ελευθερωθεί από τους πάγους, «πολύ νωρίς και φέτος» όπως έλεγαν οι γηραιότεροι.
Τραπέζια, κατσαρόλες, μικροφωνικές και όλα τα χρειαζούμενα κατέφθαναν συνεχώς με θηριώδη αγροτικά αυτοκίνητα. Οι Patkotak φρόντιζαν για την παραμικρή λεπτομέρεια.
Εμείς ήμασταν οι μοναδικοί ξένοι ανάμεσα στο πλήθος. Εγώ και ο Γιάννης, διευθυντής φωτογραφίας και αδελφός μου. Ήμασταν επίσημοι προσκεκλημένοι, τιμή που αποκτά ιδιαίτερη αξία όταν βρίσκεσαι σε μια κλειστή ιθαγενική κοινότητα στην άκρη του κόσμου.
Στεκόμασταν σε μια άκρη καταγράφοντας διακριτικά, μάρτυρες ενός αρχαίου τελετουργικού 1.500 χρόνων. Το Nalukataq δεν είναι απλώς μια γιορτή. Είναι μια ευχαριστία προς το πνεύμα του ζώου που με τη θυσία του πρόσφερε τροφή –δηλαδή ζωή– στην κοινότητα. Είναι μια τελετή κοινοτικής αλληλεγγύης, αλλά και συνεχής υπενθύμιση ότι η επιβίωση έρχεται μέσα από τη συλλογικότητα, μια βασική αξία της αρκτικής κοινωνίας.



