Ανέκαθεν πίστευα ότι η ζωή κάνει κύκλους. Και μόνο όταν ένας κύκλος κλείνει, αυτή η θεωρία μπορεί να αποδειχτεί αληθινή. Το 1998, όταν το χρηματιστήριο έκανε το ένα limit-up μετά το άλλο, δούλευα σε μια ΑΕΠΕΥ στη Σοφοκλέους, ακριβώς απέναντι από τον ναό του χρήματος.
Δίπλα από την πολυκατοικία που ήταν η χρηματιστηριακή υπήρχε ένα δισκοπωλείο. Είχε μπλε φωτισμό από neon. Κάθε πρωί έπαιζε την ίδια μουσική. Ήταν μια γυναικεία φωνή η οποία γαλήνευε την ανελέητη βοή της πόλης. Με τον καιρό –όταν ήταν να περάσω από εκεί– επιβράδυνα το βήμα μου για να ακούω την αγγελική φωνή λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω.
Αυτό ήταν κάτι για το οποίο είχα προσμονή κάθε πρωί. Να ακούσω τη φωνή αυτής της τραγουδίστριας που τη φανταζόμουν αστραφτερή, πανέμορφη. Ώσπου μια μέρα αποφάσισα να μπω μέσα για να ρωτήσω ποια είναι. «Η Σεζάρια Εβόρα» και σχεδόν αδιάφορα μου έδειξαν το CD.
Το CD ήταν μια συλλογή με τα καλύτερα τραγούδια της. Ένα από αυτά ήταν ντουέτο με την Ελευθερία Αρβανιτάκη. Στην εικόνα του εξωφύλλου η Εβόρα ήταν ξυπόλυτη και ακουμπούσε σε μια βάρκα. Βρισκόταν σε μια παραλία με φοίνικες.
Αγόρασα το CD. Το ίδιο βράδυ στο σπίτι μου το άκουσα από την αρχή μέχρι το τέλος. Παρόλο που δεν καταλάβαινα ούτε μια λέξη, αφού η Εβόρα τραγουδούσε στα πορτογαλικά, η φωνή της μίλησε κατευθείαν στην ψυχή μου.
Από τότε είχα την ευκαιρία να την ακούσω ζωντανά σε συναυλίες στην Αθήνα. Όταν ξενιτεύτηκα το Sodad έγινε το αγαπημένο μου τραγούδι αφού περιγράφει αυτό το συναίσθημα της νοσταλγίας για τον τόπο του καθενός όταν είναι μακριά από αυτόν. Πρόσφατα έμαθα πως οι ξενιτεμένοι από το Πράσινο Ακρωτήρι είναι περισσότεροι από όσους ζουν σε αυτό. Όποτε αρμενίζω στις θάλασσες του κόσμου ακούω ευλαβικά το Mar azul, που σημαίνει γαλάζια θάλασσα.



