Υπάρχουν πολλές μικρές ιστορίες που συνδέονται με τη συγγραφή του βιβλίου μου Αυστραλία. Δέκα ιστορίες. Καθεμία από αυτές φωτίζει διαφορετική σελίδα της μετανάστευσης. Όλες τους όμως θυμίζουν με πόσο προσωπικό τρόπο ο κάθε μετανάστης βίωσε την εμπειρία αυτή που ήταν καθοριστική. Άλλος θετικά, ως απελευθερωτικό βήμα, και άλλος τραυματικά, ως ξεριζωμό.
Δύο μικρές ιστορίες όμως «μίλησαν» σ’ εμένα με τρόπο ιδιαίτερο. Και οι δύο είναι προσωπικές. Βρέθηκα το 2011 στο Σίδνεϊ όπου έκανα για περίπου έναν μήνα έρευνα μελετώντας την εξέλιξη του αντιδικτατορικού αγώνα στην Αυστραλία.
Κάθε μέρα μετά το πέρας της αρχειακής έρευνας έπαιρνα το τρένο από τον σταθμό του Λακέμπα και κατέβαινα στο κέντρο της πόλης όπου περπατούσα ρουφώντας εικόνες μέχρι το βράδυ (η εμπειρία αυτή πέρασε στην ιστορία με τον γιο του κλουβίτη, καθώς το δρομολόγιο που έκανε με τον «δημοσιογράφο» ο «Γιαννικόπουλος» το γνώριζα καλά, αφού το είχα κάνει κι εγώ για βδομάδες).
Κάποιο απόγευμα που βρισκόμουν στην πλατφόρμα αναμένοντας το τρένο για την πόλη, με πλησίασε στον σχεδόν άδειο σταθμό ένας μεσήλικας. Ήταν γύρω στα εβδομήντα, χτικιάρης όπως περιγράφω τον «Γκαβό», φορούσε ένα παλιακό καφέ κοστούμι από τα σέβεντις και στα χέρια του είχε πολλά χρυσά δακτυλίδια. Αμέσως μου γεννήθηκε ένα αίσθημα απέχθειας.
Άγνωστο πώς είχε καταλάβει ότι ήμουν Έλληνας και μου έπιασε τη συζήτηση απευθείας στα ελληνικά. Κατηγορούσε την Αυστραλία διαρκώς, επαινούσε την παλιά Ελλάδα που κι αυτή όμως είχε αλλάξει, απαξίωνε συνεχώς την κοινωνία του σήμερα. Είχε, από ό,τι έλεγε, έναν μεγάλο καημό.
Η κόρη του τον είχε καταγγείλει στην αστυνομία γιατί τη χτυπούσε (κάτι που θεωρούσε φυσιολογικό) και για τον λόγο αυτό είχε συλληφθεί. Αυτό, υποστήριζε, δεν θα συνέβαινε ποτέ στην παλιά Ελλάδα, όμως η Αυστραλία ήταν μια «χώρα κομμουνιστική» (!) και γι’ αυτό με προέτρεπε να επιστρέψω.



