Τον Σεπτέμβρη του 2001 βρέθηκα με τον σύζυγό μου Θοδωρή στη Σιγκαπούρη. Τον ακολούθησα σε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που στόχευε στη συνεργασία Ασίας – Ευρώπης. Η εμπειρία υπήρξε από πολλές απόψεις ιδιαίτερα σημαντική.
Το σχολείο στο οποίο βρεθήκαμε για κάποιες μέρες, το Raffles Girls’ Secondary School (έχει το άγαλμα της Αθηνάς στον κήπο του και πάντως θεωρείται το κορυφαίο της Σιγκαπούρης), ήταν καθόλα εντυπωσιακό, εξαιρετικά προηγμένο τεχνολογικά και όχι μόνο. Ούτε στον ύπνο μας δεν τα φανταζόμασταν τότε αυτά που είδαμε και ζήσαμε! Παρά το ότι το σύστημα ήταν και είναι βαθιά ανταγωνιστικό και υπέρμετρα αγχωτικό, όπως και στις περισσότερες χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας.
Η ίδια η νησιωτική χώρα είναι ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πείραμα μιας πόλης-κράτους με μεικτό πληθυσμό. Οι κάτοικοι της Σιγκαπούρης προέρχονται κατά βάση από τρεις εθνότητες. Κινέζοι, περίπου 75%, Μαλαισιανοί και Ινδοί, με τις αντίστοιχες γειτονιές τους: Chinatown, Malay – Muslim quarter, Little India.
Ήδη από το αεροδρόμιο, τεράστιο, ιδιαίτερα φροντισμένο και με τοπικό χρώμα, εντυπωσιαστήκαμε ιδιαίτερα. Σήμερα βέβαια είναι πολύ πιο θαυμαστό και αποτελεί από μόνο του προορισμό. Όταν όμως βγήκαμε από αυτό, μας περίμενε μια έκπληξη: αφόρητη ζέστη και υγρασία που μας έκοβε την ανάσα. Στην κυριολεξία η πρώτη επαφή με τη φυσική ατμόσφαιρα της Σιγκαπούρης δεν σου επιτρέπει να αναπνεύσεις εύκολα.
Από την άλλη, αυτό ακριβώς το δεδομένο έχει οδηγήσει στην ασυγκράτητη, διαρκή και καθολική χρήση του κλιματισμού σε τέτοιο βαθμό, που εντέλει κρυώνεις, και εννοώ κρυώνεις πολύ. Ισχυρός κλιματισμός υπάρχει ακόμα και στις υπόγειες διαβάσεις των δρόμων. Έτσι βρήκαμε πολύ εύστοχο τον τίτλο ενός βιβλίου για τη Σιγκαπούρη που βλέπαμε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων: The airconditioned nation (Το κλιματιζόμενο έθνος).



