Κάποιες μάχες δίνονται γνωρίζοντας πως ίσως δεν θα φέρουν άμεσο αποτέλεσμα. Δεν αποδίδουν «κέρδος». Κι όμως μένουν στην ιστορία γιατί εκεί η αδικία χτυπάει κόκκινο και η φωνή του αδικημένου δεν έχει άλλη επιλογή από το να ορθωθεί.
Μια τέτοια μάχη ήταν η Μάχη της Παράγκας στη Δραπετσώνα το 1960. Τότε που οι γυναίκες της προσφυγιάς ύψωσαν ανθρώπινο τείχος μπροστά στα μηχανήματα κατεδάφισης. Ξάπλωσαν στις λάσπες, ανέβηκαν στις στέγες, έβαλαν τα σώματά τους ανάμεσα στο βιος τους και την κρατική βία. Δεν νίκησαν με την έννοια της επικράτησης· όμως η πράξη τους έγινε τραγούδι, μνήμη, σύμβολο.
Μια τέτοια μάχη ήταν, νιώθω, και η δική μας, των υγειονομικών στο Νοσοκομείο Νίκαιας, στις 19 Φεβρουαρίου. Δεν ήταν προσχεδιασμένη εξέγερση. Η συνέλευση του σωματείου την προηγούμενη ημέρα έμοιαζε συνηθισμένη. Κι όμως κάτι είχε αλλάξει. Οι νεότεροι μιλούσαν καθαρά: «Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί».
Το σκηνικό θύμιζε τις παλιές παράγκες. Μόνο που τώρα ήταν το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών. Ένας χώρος που κρατήθηκε όρθιος με φιλότιμο, μέσα από φωτιές και πλημμύρες, χωρίς ουσιαστική στήριξη. Ο υπουργός ερχόταν να τον εγκαινιάσει ως έργο-βιτρίνα, την ώρα που η ουσία κατέρρεε.
Η αδικία ήταν κραυγαλέα ανάμεσα στις τόσες: 24.000 ευρώ τον μήνα σε ιδιωτική εταιρεία για γνωματεύσεις αξονικών. Ποσό που αντιστοιχεί στους μισθούς πολλών γιατρών του ΕΣΥ. Η επιλογή δεν ήταν τεχνική· ήταν πολιτική. Χρυσάφι για τον ιδιώτη, αναμονή για τον ασθενή, εξάντληση για τον γιατρό.
Κι όμως εκείνη τη μέρα ήμασταν πολλοί. Και γίναμε εμείς το ανθρώπινο τείχος.
Ο υπουργός Άδωνης Γεωργιάδης έφτασε με κουστωδία. Μια νέα συνάδελφος του είπε: «Είσαι ανεπιθύμητος». Εκείνος προχώρησε. Και τότε η συσσωρευμένη οργή χρόνων βγήκε στην επιφάνεια.
Δύο διμοιρίες ΜΑΤ σχημάτισαν κλοιό. Γκλομπ και χημικά για να περάσει η εξουσία. Βρεθήκαμε αποκλεισμένοι από τις ίδιες μας τις εισόδους, στο νοσοκομείο που εμείς υπηρετούμε και πονάμε.



