Οι καλές ιστορίες βρίσκονται στην αρχή. Εκεί που δεν ξέρεις και δεν σε ξέρει κανένας. Πρόκειται για ιστορίες καταγωγής. Από εκεί αρχίζει ο κόσμος.
Όπως αυτή η επιθυμία να κάνω κινηματογράφο που γεννήθηκε ενώ ακόμη ήμουν στο λύκειο.
Η μητέρα μου (όπως κάθε μητέρα) είπε: «Πάρε το πτυχίο σου πρώτα και μετά κάνεις ό,τι θέλεις». Μέσα της ίσως έλεγε: «Είναι μια λόξα νεανική, μα αύριο θα περάσει».
Κι έτσι στο πρώτο εξάμηνο της Φιλοσοφικής γύρισα την πρώτη μου μικρού μήκους ταινία με μια δανεισμένη κινηματογραφική μηχανή Super 8 που ανήκε στον πατέρα ενός συμμαθητή μου.
Ένα ζευγάρι σε ένα ερωτικό ραντεβού. Νύχτα. Έξω από το κτίριο της Ακαδημίας Αθηνών. Τρεις νύχτες εξωτερικό γύρισμα. Πλήρης άγνοια κινδύνου.
Θυμάμαι την αγωνία μου όσο περίμενα να εμφανιστούν τα φιλμάκια στη Γερμανία και το ζεστό καλοκαίρι που πέρασα με κλεισμένα τα παντζούρια στο δωμάτιό μου κάνοντας το μοντάζ σε μια χειροκίνητη μουβιόλα.
Και στο μεταξύ τα εξάμηνα να προχωρούν. Κι εγώ να καραδοκώ από το μπαλκόνι του σπιτιού μας να δω απέναντι ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από τα κινηματογραφικά εργαστήρια της Cinemagic (πρώην Φίνος Φιλμ), ώστε να πάω να του μιλήσω για να με πάρει να δουλέψω σε κάποια ταινία. Για να μάθω τη δουλειά στην πράξη.
Υπάρχουν κάποιες δουλειές που τις μαθαίνεις καλύτερα πράττοντας. Σκεφτείτε τη μαγειρική. Μια συνεχώς αναμμένη κουζίνα. Κόσμος που κινείται ασταμάτητα με ακρίβεια. Κάπως έτσι είναι και ο κινηματογράφος.



