Περνάω συχνά μπροστά από το παλιό σχολείο μου, το δημοτικό. Όχι, γιατί το επιδιώκω αλλά γιατί με φέρνει ο δρόμος. Ήταν ένα διώροφο γωνιακό σπίτι χωρίς αυλή, κάπου στα Πατήσια. Μια μονοκατοικία δηλαδή που νοικιάστηκε για να στεγάσει, τσάτρα πάτρα, τις εκπαιδευτικές ανάγκες του κράτους που στήθηκε μετά το τέλος του Εμφυλίου 1946-49.
Αυλή δεν είχε, όπως είπαμε, οπότε τα διαλείμματα γίνονταν έξω, στους χωμάτινους δρόμους που διασταυρώνονταν μπροστά του. Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν τότε, μόνο άφθονα χαλίκια και σκόνη. Στους χωμάτινους δρόμους γίνονταν κι οι γυμναστικές επιδείξεις του τέλους του σχολικού έτους και τα παιδιά κυλιόντουσαν στο χώμα για να εκτελέσουν τις «ασκήσεις».
Δε θυμάμαι τον αριθμό του σχολείου αλλά τι σημασία έχει; Μπας και θα το γράψει η ιστορία; Άλλωστε δεν υπάρχει πια. Έχει δώσει τη θέση του σε μια απρόσωπη πολυκατοικία. Ακόμα χειρότερα.
Ποτέ δεν το συμπάθησα. Δεν κράτησα τίποτα απ’ αυτό. Μόνο έναν ήχο, το θόρυβο από τις στενές ξύλινες σκάλες όταν κουτρουβαλούσαμε για να βγούμε διάλειμμα, προς μεγάλο τρόμο των δασκάλων. Και τη γεύση ενός τυριού. Ενός συγκεκριμένου τυριού!
Μια μέρα, πήραμε εντολή να έρθουμε την επομένη στο σχολείο με μια φέτα ψωμί. Αυτοί θα μας έδιναν τα υπόλοιπα για το κολατσιό. Την ορισμένη μέρα λοιπόν, την ώρα του διαλείμματος, παρατηρούμε μια ασυνήθιστη κίνηση στο πλάι του σχολικού κτιρίου. Μια ομάδα γυναικών ετοίμαζε κάτι. Μια αόριστη θύμηση μου λέει πως ήσαν ευτραφείς. Δεν έχει όμως καμία σημασία αυτή η λεπτομέρεια.
Οι κυρίες, προφανώς εθελόντριες, ήσαν επιφορτισμένες με την προετοιμασία του δεκατιανού μας. Μπροστά τους είχαν κάτι πολύ μεγάλες στρογγυλές κονσέρβες χωρίς ετικέτες. Από μέσα έβγαζαν ένα κίτρινο συμπαγές τυρί το οποίο έκοβαν σε λεπτές στρογγυλές φέτες. Στη συνέχεια τις τεμάχιζαν σε τριγωνάκια. Πάνω τους, με μια απότομη κίνηση, φόρτωναν μια κουταλιά της σούπας από κάτι που φαινόταν σαν βούτυρο. Κίτρινο το τρίγωνο τυρί, άσπρο το καρούμπαλο.



