Το 2008 μόλις είχα κάνει την πρώτη μου ταινία μικρού μήκους, το Rosmarinus officinalis. Εκείνη την εποχή με έλκυε περισσότερο η μυθοπλασία. Για αρκετά χρόνια έκανα κυρίως ταξιδιωτικές εκπομπές, αλλά –ανοιχτός στην εξερεύνηση– έμπαινα σε οτιδήποτε έδειχνε ενδιαφέρον.
Ο φίλος, συνεργάτης και αργότερα κουμπάρος Γιάννης Αγγελάκης, που είχε συγγενική πρόσβαση στο συγκρότημα, μου πρότεινε να μπούμε στο στούντιο μαζί τους και να τους καταγράψουμε κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του δίσκου τους με σκοπό να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ. Άκουγα Χειμερινούς Κολυμβητές, πήγαινα στα live τους, οπότε δεν δυσκολεύτηκα να απαντήσω.
Χωρίς πολλή σκέψη βρέθηκα ανάμεσά τους στο Royal Alzheimer Hall, «στο καλύτερο στούντιο του ντουνιά» όπως λέγαμε. Μπήκα χωρίς να έχω κάνει καμία έρευνα. Και καμία σκέψη για το πώς θα αντιμετωπίσουμε το θέμα ή τι ταινία πάμε να κάνουμε. Εκείνη τη στιγμή προείχε να καταγράψουμε τη δημιουργία του τελευταίου τους δίσκου (σ.σ.: πρόκειται για το άλμπουμ 23 κόκκινα φώτα).
Μπαίνω λοιπόν στο στούντιο. Προσπαθώ να καταλάβω τους χαρακτήρες. Να βρω τις γωνίες μου στον χώρο, πώς στήνονται τα όργανα, πώς θα φωτίσω. Αλλά κυρίως πώς θα κερδίσω την εμπιστοσύνη τους. Πώς θα γίνω αόρατος για να μην επηρεάσω τη διαδικασία και τον αυθορμητισμό των μελών.
Αυτή ήταν η βασική μου προτεραιότητα. Πώς θα μπορούσε ένα συγκρότημα, τα μέλη του οποίου αρνούνταν να εμφανιστούν στην τηλεόραση και απέφευγαν τα φώτα της δημοσιότητας, να αισθανθεί άνετα με την κάμερα σε μια τόσο δημιουργική διαδικασία; Ειδικά αυτοί που ηχογραφούν όλοι μαζί συνδιαμορφώνοντας τα κομμάτια.
Με τη βοήθεια των φίλων ηχοληπτών, του Χρήστου Χαρμπίλα και του Τίτου Καργιωτάκη, συναδέλφου τότε στη Σχολή Κινηματογράφου του ΑΠΘ, τα βασικά τεχνικά ζητήματα λύθηκαν από την πρώτη μέρα.



