Την περασμένη εβδομάδα παρακολούθησα την παράσταση Τζένη Τζένη, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Η προσμονή ήταν μεγάλη. Όπως και η επιφύλαξη.
Είχε, βλέπεις, να αναμετρηθεί με τα χρόνια της νιότης μου, με τα μάτια της εφηβείας μου, με το σαλόνι του σπιτιού μου, με εκείνα τα γλυκά σαββατιάτικα βράδια, όταν η ταινία έπαιζε ξανά και ξανά σαν μια μικρή οικογενειακή τελετουργία. Και αναμετρήθηκε.
Δεν θα σας πω το σκορ, δεν είναι αυτό το θέμα μου. Θα σας μιλήσω μόνο για ό,τι με άγγιξε και με έκανε να ανθίσω εκεί πάνω, στο θεωρείο του θεάτρου, μες στις πολύβουες και κρυφικές σκηνές, στα γνώριμα αστεία που περίμενες να ακούσεις ξανά και ξανά, σαν να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα από τότε που τα πρωτάκουσες.
Το πρώτο αεράκι ήρθε με τη φωνή του Άγγελου Παπαδημητρίου που τραγούδησε εκείνος και όχι η Χαρούλα Αλεξίου… «Το μεγάλο μυστικό μου…»
Ως παιδί, κι έπειτα ως νέα γυναίκα, θυμάμαι να ακούω την Καίτη Χωματά να τραγουδά: «Φύλαξέ το λίγο ακόμα, πικραμένη μου καρδιά…». Νιώθω τον χρόνο να γλυκαίνει. Δεν πίστευα ποτέ πως θα αισθανόμουν ξανά εκείνο το ίδιο μούδιασμα. Κι όμως. Ο Παπαδημητρίου, σχεδόν κωμική φιγούρα με τη μακριά μαύρη ρόμπα μιας άλλης εποχής, στάθηκε και άνοιξε το στόμα του σαν να μην τραγουδούσε αλλά σαν να εξομολογούνταν. Αισθαντικός, τρυφερός, ερωτικός.
Κι εκεί λύγισα.
Με κατέκλυσαν αναμνήσεις χωρίς σαφές πρόσωπο: έρωτες, καλοκαίρια, σαλόνια με μισόφωτο, άνθρωποι που ίσως δεν υπάρχουν πια όπως υπήρχαν τότε. Έκλεισα τα μάτια χωρίς να το καταλάβω. Και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα συνυπήρχαν η εποχή της ταινίας, η ηλικία που ήμουν όταν την πρωτοείδα και η γυναίκα που είμαι σήμερα.
Αναρωτήθηκα τότε πώς γίνεται μια φωνή ατελής, σχεδόν φθαρμένη, να φτάνει τόσο βαθιά μέσα σου. Ίσως γιατί κάποιες φωνές δεν τραγουδούν τη μουσική αλλά τη μνήμη.