Δεν γεννιούνται όλα τα βιβλία μπροστά σε έναν χάρτη, μέσα σε μια βιβλιοθήκη ή πάνω από παλιά χρονικά. Κάποιες φορές γεννιούνται σε ένα τραπέζι.
Το δικό μου ταξίδι προς το Βυζάντιο άρχισε στην Αθήνα. Σε ένα εστιατόριο με όνομα που δύσκολα ξεχνά κάποιος: Το Αυγό του Κόκκορα.
Βρισκόμουν εκεί με τον Έλληνα εκδότη μου, τον Γιάννη Χρονόπουλο, τον ιδρυτή των εκδόσεων Historical Quest. Μιλούσαμε για τα βιβλία μου που είχαν ήδη κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Όπως και για τον βασικό τους ήρωα, τον Όλντριχ του Χλουμ. Για τους αναγνώστες που τον είχαν ακολουθήσει από υπόθεση σε υπόθεση, από κάστρο σε κάστρο, από μυστήριο σε μυστήριο.
Η σχέση ενός συγγραφέα με το κοινό του δεν χτίζεται αμέσως. Θέλει χρόνο. Χρειάζεται εμπιστοσύνη. Θέλει κάθε νέο βιβλίο να μετατρέπεται σε μια μικρή υπόσχεση ότι ο κόσμος που αγαπήθηκε παραμένει ζωντανός.
Στην Ελλάδα αυτή η σχέση έχει αποκτήσει για μένα ιδιαίτερη σημασία. Ο Όλντριχ του Χλουμ, ένας ήρωας από τη μεσαιωνική Βοημία, έχει βρει εδώ θερμό αναγνωστικό κοινό. Και αυτό δεν είναι αυτονόητο για οποιονδήποτε συγγραφέα.
Εκείνο το βράδυ, στη διάρκεια της κουβέντας που είχαμε, ο Γιάννης μου πρότεινε κάτι απλό και συγχρόνως τολμηρό. Να ταξιδέψει ο Όλντριχ στο κέντρο της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στην Κωνσταντινούπολη. Όχι ως απλή αλλαγή σκηνικού. Αλλά ως ένας τρόπος να τιμηθούν οι Έλληνες αναγνώστες που είχαν αγκαλιάσει τη σειρά με αξιοθαύμαστη πίστη.
Η ιδέα με γοήτευσε αμέσως.
Ένας ιππότης από τη Βοημία στην Κωνσταντινούπολη του 1265. Σε μια πόλη που είχε απελευθερωθεί μόλις τέσσερα χρόνια πριν από τους Φράγκους. Σε έναν κόσμο περίπλοκο, πληγωμένο, γεμάτο πολιτική, πίστη, ίντριγκα και σιωπηλές απειλές.
Αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν η ματιά του ξένου. Ο Όλντριχ δεν ανήκει σε αυτό το σύμπαν. Δεν γνωρίζει από μέσα τους κανόνες του. Και ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να δει όσα οι άλλοι προσπερνούν.



