Για σχεδόν τέσσερις συνεχόμενες ώρες ταξιδεύαμε μες στη νύχτα διανύοντας το βόρειο Τέξας. Μόνη συντροφιά μας τα αμέτρητα αστέρια και τα κόκκινα φωτάκια από τις ανεμογεννήτριες που έλαμπαν στον μακρινό ορίζοντα της ερήμου.
Οδηγούσαμε με 120 χλμ. την ώρα. Σβήσαμε τα φώτα του αυτοκινήτου χωρίς φόβο και δυναμώσαμε τη μουσική.
Oh, Shenandoah, I long to see you,
Away, you rolling river…
Είχαμε μόλις προλάβει να ξεφύγουμε από τον τυφώνα. Αποφασίσαμε να πάρουμε τον δρόμο προς τα δυτικά όσο πιο γρήγορα γινόταν. Δεν θυμάμαι να συναντήσαμε άλλο αυτοκίνητο. Ούτε καν κάποια πινακίδα.
Στις δύο το πρωί φτάσαμε σε ένα χωριό, όλο κι όλο μερικά μικρά κτίρια στη σειρά. Ένα μοτέλ ξεπρόβαλε μπροστά μας. Παρκάραμε με ανακούφιση. Η πόρτα ήταν κόκκινη, με ένα καμπανάκι στο πλάι.
Στα δεξιά ήταν καρφωμένη μια πινακίδα με ένα ρεβόλβερ και τη λεζάντα:
Ο ιδιοκτήτης αυτού το καταλύματος επιτρέπει και ενθαρρύνει τη χρήση όπλου για την υπεράσπισή σας, βάσει του συντάγματος των ΗΠΑ.
Με έπιασε κρύος ιδρώτας, αλλά άνοιξα την ξεκλείδωτη πόρτα.
Το μοτέλ είχε ξύλινη επένδυση. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με πίνακες που απεικόνιζαν τον Παλαιό Νότο. Σημαίες της Συνομοσπονδίας στεκόταν αγκαλιά με σημαίες των ΗΠΑ και της πολιτείας του Τέξας.
Ο ήχος των βημάτων μας έσβησε πάνω σε ένα κόκκινο βελούδινο χαλί. Δεν ακουγόταν ψυχή. Στη ρεσεψιόν μια πινακίδα έγραφε: Εδώ έμειναν η Μπόνι και ο Κλάιντ το βράδυ πριν τους σκοτώσει η αστυνομία.
Πάνω στον πάγκο βρισκόταν ένας φάκελος, λες και μας περίμενε.
«Welcome. Room 02. Αγνοήστε τους κόκκινους λεκέδες στον τοίχο και στα χαλιά, τους έκαναν παιδιά που έπιναν Gatorade. Το ξενοδοχείο είναι ασφαλές, δεν έρχεται κανείς εδώ τη νύχτα. Πρωινό στις 6-8 π.μ.».
Περίεργη δήλωση, σκέφτηκα, από κάποιον που έβαλε εκείνη την πινακίδα με το όπλο στην είσοδο.




