Με τον αξιότιμο εκδοτικό οίκο Ισνάφι πρόσφατα αποφασίσαμε να εκδώσουμε μια σειρά για τους σαλούς των λαών, ονόματι Ο Διδάσκαλος είναι Βλαξ. Οι μουρλοί είναι πολλοί. Εμείς είχαμε τον Νασρεντίν Χότζα και τον Καραγκιόζη. Οι Ιταλοί τον Γκιουφά, οι Εβραίοι τον Χέρσελ. Οι Άραβες τον Μπαχλούλ. Και οι Σλάβοι αδελφοί μας τον Πέγιο.
Όλοι τους πρωταγωνίστησαν σε αμέτρητα ανέκδοτα τα οποία λέγονταν κατά κόρον τα παλιά τα χρόνια. Τώρα τρέχουμε και δεν φθάνουμε να τα συλλέξουμε σε ένα ταπεινό ανθολόγιο, μπας κι ο κόσμος τα θυμηθεί.
Άραγε πού να πήγαν όλοι αυτοί οι περιπλανώμενοι σοφοί; Μάλλον πουθενά. Πιστεύω ακραδάντως ότι ζουν ακόμη ανάμεσά μας.
Υπάρχει λοιπόν μια θεσπέσια συνοικιακή πιτσαρία στην οδό Χαριλάου στη Θεσσαλονίκη, της οποίας το όνομα δεν θα μοιραστώ. Στην πιτσαρία εκείνη πέρασα τα εφηβικά μου χρόνια.
Για κάποιον ανεξήγητο λόγο αποτελούσε πόλο έλξης για διάφορες εκκεντρικές φιγούρες της ανατολικής Θεσσαλονίκης. Δεν θα επιχειρήσω να τις καταγράψω όλες. Στο κείμενο αυτό θα σας διηγηθώ όσα θυμούμαι για έναν θαυμαστό άνθρωπο που ελπίζω ακόμη να περιπλανιέται μαινόμενος.
– Δόξα, παλικάρια, δόξα και γυναίκες και πλούτη σ’ όποιον το βρει!
Τούτα τα λόγια έψελνε ο πανεπιστήμων της Πλαστήρα, ο γερο-Σύλλας. Ένας απόστρατος καθηγητής μαθηματικών. Είχε, δεκαετίες τώρα, αντικαταστήσει τις αίθουσες διαλέξεων με τους θερμότερους, γλυκύτερους θαλάμους των προποτζίδικων.
Έζεχνε ουίσκι και λογής λογιών οινοπνεύματα. Η πάγρα του χνώτου του ήταν αρκετή για να σε παρασύρει στη μαθηματική έκσταση εν μέσω της οποίας ζούσε κάθε ώρα και στιγμή της συνειδητής του ζήσεως ο πανάξιος καθηγητής.
Ριγμένο συνεχώς στους ώμους του ένα σακάκι καρό, βαμμένο με όλες τις χρώσεις ενός χωραφιού ύστερα από διήμερη καταιγίδα. Φορούσε, ενίοτε, τραγιάσκα και ένα ζευγάρι χονδρά ματογυάλια, θολωμένα απ’ τη γνοφερή του ανάσα.




