Skip to content
Home » Όσα θυμούμαι για έναν θαυμαστό περιπλανώμενο μαθηματικό

Όσα θυμούμαι για έναν θαυμαστό περιπλανώμενο μαθηματικό

    Όσα θυμούμαι για έναν θαυμαστό περιπλανώμενο μαθηματικό

    Published

    Όσα θυμούμαι για έναν θαυμαστό περιπλανώμενο μαθηματικό

    Published
    Ο Πέτρος Γκιουλέκας διηγείται στο Short Stories μνήμες του από μια εκκεντρική προσωπικότητα που γνώρισε στη διάρκεια των εφηβικών του χρόνων, έναν ιδιαίτερο πλάνητα που συναντούσε πέριξ της συνοικίας Χαριλάου στη Θεσσαλονίκη

    Με τον αξιότιμο εκδοτικό οίκο Ισνάφι πρόσφατα αποφασίσαμε να εκδώσουμε μια σειρά για τους σαλούς των λαών, ονόματι Ο Διδάσκαλος είναι Βλαξ. Οι μουρλοί είναι πολλοί. Εμείς είχαμε τον Νασρεντίν Χότζα και τον Καραγκιόζη. Οι Ιταλοί τον Γκιουφά, οι Εβραίοι τον Χέρσελ. Οι Άραβες τον Μπαχλούλ. Και οι Σλάβοι αδελφοί μας τον Πέγιο.

    Όλοι τους πρωταγωνίστησαν σε αμέτρητα ανέκδοτα τα οποία λέγονταν κατά κόρον τα παλιά τα χρόνια. Τώρα τρέχουμε και δεν φθάνουμε να τα συλλέξουμε σε ένα ταπεινό ανθολόγιο, μπας κι ο κόσμος τα θυμηθεί.

    Άραγε πού να πήγαν όλοι αυτοί οι περιπλανώμενοι σοφοί; Μάλλον πουθενά. Πιστεύω ακραδάντως ότι ζουν ακόμη ανάμεσά μας.

    Υπάρχει λοιπόν μια θεσπέσια συνοικιακή πιτσαρία στην οδό Χαριλάου στη Θεσσαλονίκη, της οποίας το όνομα δεν θα μοιραστώ. Στην πιτσαρία εκείνη πέρασα τα εφηβικά μου χρόνια.

    Για κάποιον ανεξήγητο λόγο αποτελούσε πόλο έλξης για διάφορες εκκεντρικές φιγούρες της ανατολικής Θεσσαλονίκης. Δεν θα επιχειρήσω να τις καταγράψω όλες. Στο κείμενο αυτό θα σας διηγηθώ όσα θυμούμαι για έναν θαυμαστό άνθρωπο που ελπίζω ακόμη να περιπλανιέται μαινόμενος.

    – Δόξα, παλικάρια, δόξα και γυναίκες και πλούτη σ’ όποιον το βρει!
    Τούτα τα λόγια έψελνε ο πανεπιστήμων της Πλαστήρα, ο γερο-Σύλλας. Ένας απόστρατος καθηγητής μαθηματικών. Είχε, δεκαετίες τώρα, αντικαταστήσει τις αίθουσες διαλέξεων με τους θερμότερους, γλυκύτερους θαλάμους των προποτζίδικων.

    Έζεχνε ουίσκι και λογής λογιών οινοπνεύματα. Η πάγρα του χνώτου του ήταν αρκετή για να σε παρασύρει στη μαθηματική έκσταση εν μέσω της οποίας ζούσε κάθε ώρα και στιγμή της συνειδητής του ζήσεως ο πανάξιος καθηγητής.

    Ριγμένο συνεχώς στους ώμους του ένα σακάκι καρό, βαμμένο με όλες τις χρώσεις ενός χωραφιού ύστερα από διήμερη καταιγίδα. Φορούσε, ενίοτε, τραγιάσκα και ένα ζευγάρι χονδρά ματογυάλια, θολωμένα απ’ τη γνοφερή του ανάσα.

    Κανείς δεν κατάφερε να λύσει το πρόβλημα του Σύλλα: το μόνο που μπορούσαν οι αμαθείς ήταν να τον αφουγκράζονται με δέος έως τη λήξη της διάλεξής του

    – Η ακολουθία ετούτη, ο σύνδεσμος, η μαγική αράδα. Μηδέν οχτώ, πέντε δύο, δέκα δύο…

    Όταν άρχιζε ν’ αραδιάζει τον ύστατο σύνδεσμο, τη μυθική αυτή άλυσο των μαθηματικών τυχοδιωκτών, όλοι έστεκαν βουβοί. Δεν μιλούσε με πραότητα ή κύρος. Δεν αντάριαζε τα πλήθη μέσω της παραστατικότητας. Μπουρδούκλωνε τα νούμερα και τους δεκαδικούς μεταξύ τους, έκλωθε ναυτικούς κόμπους με τα ψηφία. Αν τύχαινε και τον είχες ξανακούσει, άλλαζε συνεχώς την ίδια την ιερά διάταξη των αριθμών!

    Παρέθετε πάντοτε τα πρώτα δέκα με είκοσι ψηφία, έτσι για πείραγμα, παρουσιάζοντας στους εκστασιασμένους ακροατές την μπασιά του παραδείσου, επτασφράγιστη και βασανιστικώς αλαργινή.

    – Καταλάβατε;
    Έτσι έκλεινε τη διάλεξή του. Και ύστερα βυθιζόταν και πάλι στο κονιάκ. Υποσχόταν σ’ όποιον γενναίο και τετραπέρατο έβρισκε, κάποτε, ολόκληρη την ακολουθία, όλα τα καλά του κόσμου. Ωσάν τζιν ή κακοδαίμων παλαιάς κοπής, έταζε χρήματα, σμαράγδια, ρουμπίνια, γυναίκες ωραίες, φεγγαροπρόσωπες, δόξα και φήμη και μαλαματένια, αιώνια υστεροφημία…

    Στην Πλαστήρα, την Παπαναστασίου και όλα τους τα παρακλάδια, ο πλάνητας μαθηματικός σουρτούκευε συνεχώς από τραπέζι σε τραπέζι, παρουσιάζοντας την προοπτική του μεγαλείου στους απανταχού κωλομπαράδες διανομείς, καφενόβιους γέροντες, τριπλοσάγωνους σουπεράδες και αποχαυνωμένους νεανίσκους.

    Κανείς δεν κατάφερε –απ’ όσο, βεβαίως, γνωρίζω εγώ– να λύσει το πρόβλημα του Σύλλα: το μόνο που μπορούσαν οι αμαθείς θνητοί να κάνουν ήταν να τον αφουγκράζονται με δέος έως τη λήξη της διάλεξής του.

    Ύστερα –δίχως καμία αξίωση ή τιμή– ο πάνσοφος γέροντας θα έδινε το χέρι στους συνδαιτημόνες του, θα δεχόταν με υπερηφάνεια κάθε κέρασμα ή πεσκέσι και θα χανόταν ξανά, ωσάν στοιχειό, στα στενόρουγα της Χαριλάου…

    •••

    Το βιβλίο Πέγιος, ο εκ Μοριχόβου του Πέτρου Γκιουλέκα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ισνάφι και είναι το δεύτερο της σειράς Ο Διδάσκαλος είναι Βλαξ (Ο.Δ.Ε.Β.) την οποία επιμελείται. Το βιβλίο παρουσιάστηκε στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης.

     

    banner_300_250
    Picture of Πέτρος Γκιουλέκας
    Ο Πέτρος Γκιουλέκας είναι συγγραφέας

    Κεντρική εικόνα
    Πέτρος Γκιουλέκας, Πέγιος, ο εκ Μοριχόβου, 2025 (παραχώρηση του συγγραφέα)

    ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS

    MORE STORIES

    Short

    Στιγμιότυπα από την Κούβα που έζησα

    Η Ειρήνη Νεδέλκου, η οποία έζησε και εργάστηκε για πολλά χρόνια στην Κούβα, μεταφέρει στο Short Stories στιγμιότυπα από την εμπειρία της στο νησί της επανάστασης, φωτίζοντας την καθημερινότητα με χιούμορ και συγκίνηση

    Svetlozar Zhelev TBF Shortstories
    Short

    Πώς βίωσα στη Θεσσαλονίκη την αναγέννηση της βουλγαρικής λογοτεχνίας

    O Svetlozar Zhelev, διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου της Βουλγαρίας, αφηγείται στο Short Stories την ιδιαίτερη σχέση του με την Ελλάδα και την εμπειρία του στην 22η ΔΕΒΘ, στην οποία τιμώμενη χώρα ήταν η πατρίδα του

    Θανάσης Πέτρου σκιτσογράφος Short Stories λαική Αμπελοκήπων
    Short

    Η σαββατιάτικη ψαριά ενός «γιατρού» στη λαϊκή Αμπελοκήπων

    Ο Θανάσης Πέτρου, με αφορμή το νέο graphic novel του «Πικάντικες ιστορίες γεύσεων», αφηγείται στο Short Stories πώς περνούσε -και περνά- στις ιδιαιτέρως διασκεδαστικές σαββατιάτικες επισκέψεις του στη λαϊκή αγορά των Αμπελοκήπων

    Short

    Απόρδα, ο υπαίθριος χώρος αφόδευσης στο Ντένισκο

    Ο Βασίλης Νιτσιάκος, λίγες μέρες πριν από την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του «Και το σώμα θυμάται», παραχωρεί στο Short Stories για προδημοσίευση μια ιστορία για την αφόδευση, ένα από τα θέματα ταμπού στην ακαδημαϊκή λαογραφία