Το Σάββατο είναι ημέρα λαϊκής στους Αμπελόκηπους. Το Σάββατο είναι ημέρα ψαροφαγίας ή θαλασσινών. Θα δούμε τι ψάρια θα πιάσω… Μαζεύω τα κουράγια μου να πάω στη λαϊκή.
Για χρόνια ψώνιζα από δύο αδέλφια. Ο μικρός είναι ψηλός, ντελικανής, καλαμπουρτζής. Τα λέγαμε στο πόδι κάθε Σάββατο. Για κάποιον λόγο μου κόλλησε το παρατσούκλι ο «γιατρός».
«Βρε, καλώς τον γιατρό» και «καλώς τον γιατρό» ήταν συνέχεια. «Ρε» του ’λεγα, «κόφ’ το, θα μας πάρουν στο ψιλό». Δώσ’ του αυτός. Σιγά σιγά και ο μεγάλος αδελφός άρχισε να με φωνάζει «γιατρέ μου» και «γιατρέ μου». Ε, σταμάτησα να λέω κι εγώ κάτι. Γιατρό με θέλετε, γιατρός είμαι.
Μια μέρα που περνούσε μια ηλικιωμένη κυρία φώναζε ο ψαράς: «Έλα, κυρία μου, δες εδώ, από μένα ψωνίζει ο καλύτερος γιατρός των Αμπελοκήπων!». Με κοίταξε λοξά η κυρία. «Τι γιατρός είστε;». Πετάχτηκε ο ψαράς. «Γυναικολόγος, πολύ καλός! Συνέχεια στην τηλεόραση βγαίνει, δεν τον έχεις δει;». Κοντοστάθηκε η ηλικιωμένη με καλοκοίταξε πάνω από τα χοντρά γυαλιά της. «Αχ, ναι, μωρέ Βασίλη, πώς δεν τον έχω δει, φυσικά τον ξέρω τον άνθρωπο!».
Άρχισα να παίρνω κι εγώ στη σαχλαμάρα τον ιχθυοπώλη. Του έλεγα φωναχτά: «Βασίλη, θέλω τα πιο ακριβά σου ψάρια! Τι έχεις;».
«Γιατρέ, σφυρίδα, για σένα τριανταπέντε ευρώ το κιλό».
«Κάτω από σαράντα εγώ δεν παίρνω τίποτε» απαντούσα και με κοιτούσαν απορημένοι οι υπόλοιποι υποψήφιοι πελάτες.
Νοικιασμένη άδεια ιχθυοπώλη είχαν τα δυο αδέλφια. Συγχωρέθηκε ο ιδιοκτήτης, ζήτησαν οι κληρονόμοι τριπλάσια λεφτά για το νοίκι. Πάει κι ο πάγκος, πάνε κι οι πλάκες.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα δυο αδέλφια πήραν ένα παλιό μαγαζί που ήταν ταβερνείο στον δρόμο της λαϊκής. Το ανακαίνισαν και το δουλεύουν πια σαν ψαροταβέρνα, αλλά πουλάνε και φρέσκα ψάρια.



