Την άνοιξη του 1989 γνωριστήκαμε στις φοιτητικές εστίες του Πανεπιστημίου Λομονόσοφ της Μόσχας όπου σπουδάζαμε. Είχαμε αγαπητούς κοινούς φίλους στη Θεσσαλονίκη. Η Μαρία είχε μόλις ξεκινήσει το διδακτορικό της για τον ρωσικό φουτουρισμό. Ο Χρήστος ήταν νομικός και είχε έρθει μέσω ενός σπουδαστικού προγράμματος από τη Χάγη όπου έκανε το μεταπτυχιακό του. Αποφασίσαμε αυθόρμητα να ταξιδέψουμε στο Πεκίνο, παρακινημένοι από το ιστορικό κλίμα που είχε δημιουργήσει η επίσκεψη του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ στην Κίνα.
Οι κινητοποιήσεις των φοιτητών στο Πεκίνο που διεκδικούσαν πολιτικές ελευθερίες και την «κινεζική περεστρόικα» συγκέντρωναν το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Εξασφαλίσαμε εντυπωσιακά γρήγορα βίζα και αεροπορικά εισιτήρια και στις 2 Ιουνίου 1989 αναχωρήσαμε από τη Μόσχα για το Πεκίνο με μια βραδινή πτήση της Αεροφλότ. Το πρωί της 3ης Ιουνίου ήμασταν στο Πεκίνο.
Στην κινεζική πρωτεύουσα μας υποδέχθηκαν φίλοι του Χρήστου, συμφοιτητές του από τη Χάγη. Την πρώτη μέρα είδαμε μια πόλη ζωντανή. Ο κόσμος ήταν στους δρόμους μέχρι αργά και η ατμόσφαιρα θύμιζε γιορτή αλλά υπήρχε διάχυτη μια αίσθηση πολιτικής έντασης. Οι Κινέζοι φίλοι μάς μίλησαν για τις φοιτητικές συγκεντρώσεις στην πλατεία Τιενανμέν και για το κλίμα που είχε δημιουργηθεί εκεί. Κανονίσαμε να τους συναντήσουμε την επόμενη ημέρα στην πλατεία, χωρίς φυσικά να φανταζόμαστε όσα θα συνέβαιναν.
Κατά τη διάρκεια της νύχτας ακούσαμε ήχους – αργότερα μάθαμε ότι ήταν πυροβολισμοί. Δίπλα στο ξενοδοχείο υπήρχε ένα νοσοκομείο και οι σειρήνες των ασθενοφόρων δεν σταμάτησαν όλη τη νύχτα. Το επόμενο πρωί πληροφορηθήκαμε από μια νεαρή Κινέζα στην ρεσεψιόν ότι ο στρατός είχε επιτεθεί στους διαδηλωτές της Τιενανμέν και ότι υπήρχαν εκατοντάδες νεκροί.
Παρά την ένταση αποφασίσαμε να κινηθούμε προς την Τιενανμέν τόσο για να δούμε τι συνέβαινε όσο και γιατί θεωρούσαμε ότι δεν έπρεπε να χάσουμε το ραντεβού με τους Κινέζους φίλους μας.



