Η πρώτη μου επαφή με το Μουντιάλ ήρθε μέσα από τα μάτια της μεγάλης μου αδελφής, της Μαρίας.
Τη θυμάμαι να υποστηρίζει με πάθος τη Βραζιλία. Περισσότερο απ’ όλους έναν ψηλόλιγνο ποδοσφαιριστή της. Τον Σόκρατες.
Ήμουν μικρή τότε. Κοιτούσα με τρομερή έκπληξη την αδελφή μου να παθιάζεται τόσο πολύ με έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβω, συγκράτησα εκείνο το παράξενο όνομα και εκείνη τη μορφή.
Και τι μορφή!
Ψηλός, λιγνός, με μακριά σγουρά μαλλιά, πυκνά γένια και μια κορδέλα δεμένη γύρω από το κεφάλι. Το σώμα του μακρύ, σχεδόν εύθραυστο. Έμοιαζε περισσότερο με ποιητή που είχε βρεθεί κατά λάθος στο γήπεδο παρά με ποδοσφαιριστή.
Και δεν τον ξέχασα ποτέ.
Ακόμη και σήμερα αν μου πεις Βραζιλία, δεν θα σκεφτώ πρώτα ούτε τον Ρονάλντο ούτε τον Ροναλντίνιο. Ούτε τον Ριβάλντο, τον Νεϊμάρ ή τον Βινίσιους.
Εγώ τον Σόκρατες θυμάμαι.
Την ιστορία του πρώτου μου Μουντιάλ.
Ήταν 5 Ιουλίου του 1982. Απέναντι στην Ιταλία η Βραζιλία του Ζίκο, του Φαλκάο, του Σερέζο και του Σόκρατες χρειαζόταν μια ισοπαλία για να συνεχίσει. Ήταν μια ομάδα φτιαγμένη για να επιτίθεται. Να παίζει. Να δημιουργεί. Μια ομάδα που έμοιαζε να πιστεύει ότι η ομορφιά του παιχνιδιού θα ήταν πάντα αρκετή.
Δεν ήταν.
Εκείνο το απόγευμα η Ιταλία προηγήθηκε.
Ο Σόκρατες ισοφάρισε.
Η Ιταλία προηγήθηκε ξανά.
Ο Φαλκάο ισοφάρισε.
Το 2–2 αρκούσε στη Βραζιλία.
Κι όμως εκείνη συνέχισε να παίζει όπως ήξερε.
Ώσπου ο Πάολο Ρόσι σκόραρε για τρίτη φορά.
3–2.
Η Βραζιλία αποκλείστηκε.
Δεν πήρε ποτέ εκείνο το Παγκόσμιο Κύπελλο. Κι όμως περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες αργότερα μιλάμε ακόμη για εκείνη την ομάδα.
Ίσως γιατί υπάρχουν νίκες που τελειώνουν με το τελευταίο σφύριγμα.
Και υπάρχουν ήττες που μένουν.



