Κανονικά, στα θερινά σινεμά πρέπει να πηγαίνεις μόνος. Ως γνήσιος σινεφίλ. Είναι ιεροτελεστία∙ ένα ταξίδι στο χρόνο, μια χρονοκάψουλα. Αν αποσπάσαι από κουβέντες και γελάκια, χάνεται η μαγεία. Στην καλύτερη, να πας με έναν ακόμα μύστη. Και μιλάω μόνο για τα θερινά, μην μπερδευόμαστε.
Πας εξοπλισμένος: αντικουνουπικό – απαραίτητο! Μπαίνεις στην αυλή αποφασισμένος να αφήσεις πίσω τα «δικά σου» και να παραδοθείς στις αισθήσεις. Πρώτα η όσφρηση: γιασεμί και ψημένο καλαμπόκι. Ύστερα, το αυτί: ριπές Autan, τριξίματα καρεκλών, σαν αρθριτικά γόνατα που θυμούνται παλιές προβολές. Κάθε ήχος, μέρος του décor.
Διαλέγεις θέση: λίγο μετά τη μέση, με τραπεζάκι στο πλάι. Σηκώνεις το βλέμμα: το λευκό πανί μοιάζει με φεγγάρι σε αναμονή. Γύρω, τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών – σκηνικό σιωπηλό, ποτέ αληθινά κατοικημένο. Κι έπειτα, το κοινό: ζευγάρια που ψιθυρίζουν, παππούδες που νοσταλγούν τις «παλιές καλές ταινίες», έφηβοι με soundtrack από πασατέμπο. Και οι σιωπηλοί παρατηρητές, που κοιτούν την οθόνη μα βλέπουν και τον ουρανό.
Οι γάτες, φυσικά, είναι πάντα παρούσες. Σουλατσάρουν ανάμεσα σε καρέκλες και θεατές, ισότιμες ηθοποιοί. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβεις, μπαίνεις σε άλλον κόσμο, όπου όλες οι αισθήσεις συνεργάζονται. Τότε σβήνουν τα φώτα και το πανί γίνεται χρονομηχανή. Παρελαύνουν δεκαετίες: ’50, ’60, ’70… και οι μορφές τους: Χέπμπορν, Χέηγουρθ, Κέλλυ, Μαίριλυν, Έκμπεργκ. Φορέματα, κινήσεις, βλέμματα που παρασύρουν σε γλυκιά ραθυμία.
Κι ύστερα, εμφανίζεται ο Πωλ. Ο Νιούμαν. Τα μάτια του – κρύο τζιν με τόνικ – γίνονται δεύτερος προβολέας. Είσαι στο Ζέφυρο, με τον Πωλ και το φεγγάρι. Η ταινία σταματά να είναι μόνο ταινία∙ ο αέρας φυσά, τα γιασεμιά μοσχοβολούν, κι ένα κομμάτι φεγγαριού πέφτει στο πανί, σαν να παίζει μαζί του. Άψογος, όμορφος, εξαίσιος – ο άτιμος!



