Ανοιξη 1981, Β΄ λυκείου. Ζούσα με τους γονείς μου σ’ ένα τριάρι κοντά στην πλατεία Βικτωρίας, μοναχοπαίδι σε μικροαστική φωλιά. Αγάπη και στενέματα. «Τ’ αναθεματισμένα τα εμπόρια…», τρωγόταν αξιοπρεπώς η μάνα μου. Πρώτη προτεραιότητα ένα καλό ιδιωτικό σχολείο για το παιδί. Πηγαινοερχόμουν με το πούλμαν στη Λεόντειο της Νέας Σμύρνης. Κατεύθυνση «κλασικό», δεν υπήρχε τρίτη δέσμη.
Κάποια Σαββατοκύριακα ψιλοανέβαινα σ’ ένα δώμα πολυκατοικίας στην Κηφισιά. Λιλιπούτεια οικογενειακή ιδιοκτησία. Αποζημίωση παρηγοριάς στον πατέρα μου για κάτι μπίζνες που τον οδήγησαν στην πτώχευση – πώληση ειδών υγιεινής σε εργατικές κατοικίες επί χούντας, τρέχα γύρευε. Ήταν συγγενής ο μηχανικός, τον ντράπηκε τον δικό μου. «Χτίζω αλλού» του ’πε, «πάρε το δώμα να μη χωρίσουμε φαρμακωμένοι».
Ψευδαίσθηση ανεξαρτησίας. Πολλές ώρες διάβασμα: συντακτικό Τζάρτζανου, χάρτες Παύλου Καρολίδη, Παπανούτσος για την έκθεση. Μαξιλάρια στο πάτωμα και ξενύχτια με συνομήλικους. Προεξάρχοντες ήταν δυο τρεις επίδοξοι τροβαδούροι, κιθαρίστες παθιασμένοι και παραπαίοντες. Μικροαστικά, Σταυρός του Νότου, Γυφτιά & Δήθεν, Χατζιδάκις, ρεμπέτικα, άπαντα Σαββόπουλου. Και Beatles, Dylan, Neil Young, Simon & Garfunkel, το Angie των Stones.
Τα μουσικοτεχνικώς άπιαστα έμεναν παρατεταγμένα σε 33άρια LP δίπλα στο πικάπ: Van der Graaf, Frank Zappa, τριπλό Woodstock και τριπλό Last waltz, Thelonious Monk.
Ένα απόγευμα κάναμε βόλτα με τον συμμαθητή μου Τάκη στο Εμπορικό Κέντρο της οδού Λεβίδη, το μοναδικό τότε στην Κηφισιά. Κοντοσταθήκαμε μπροστά σ’ ένα χαρτί κολλημένο με σελοτέιπ στον τοίχο.
«Θέλουμε κόσμο. Την τάδε μέρα και ώρα στο υπόγειο μπόουλινγκ του Εμπορικού Κέντρου θα κάνουμε γυρίσματα για την ταινία Οι Απέναντι. Πάρτε την παρέα σας κι ελάτε». Ούτε σκηνοθέτης ούτε ηθοποιοί.
Πήγαμε οι δυο μας. Νεαρόκοσμος, καμιά πενηνταριά αγόρια και κορίτσια. Κάποιοι της παραγωγής μας έδωσαν στο πόδι λίγες απλές οδηγίες. Αποδείχτηκαν αρκετές: «Μη κοιτάτε την κάμερα», «Να μιλάτε και να κινείστε φυσιολογικά», τέτοια. Δεν μας έδωσαν νερό, δεν μας κέρασαν αναψυκτικό ή ποτό.






