Ημουν δεκάξι χρονών και είχα αποφασίσει να ασχοληθώ με τη μουσική. Σπούδαζα πιάνο και είχα φτάσει μέχρι τη φούγκα. Ένας συμμαθητής μου μου ζήτησε να βοηθήσω, παίζοντας έναν ρόλο σε μια σχολική θεατρική παράσταση. Πήγα. Αυτό ήταν. Είπα ότι αυτό θέλω να κάνω στο μέλλον.
Από την επόμενη χρονιά οργάνωσα μια μόνιμη θεατρική ομάδα και ανέλαβα να σκηνοθετώ τις παραστάσεις. Τις παρουσιάζαμε στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Εκείνη την περίοδο, το Υπουργείο Παιδείας –ή το Υπουργείο Πολιτισμού, δεν θυμάμαι ποιο από τα δύο– οργάνωνε έναν διαγωνισμό μαθητικών παραστάσεων και πρόσφερε κάποια βραβεία. Στην επιτροπή ήταν και η Ελπίδα Μπραουδάκη.
Όταν τελείωσε η δική μας παράσταση, με πλησίασε και μου είπε πως πρέπει να ασχοληθώ με το θέατρο. Ήταν διατεθειμένη να με βοηθήσει. Κάθε Σαββατοκύριακο πήγαινα στο σπίτι της και κάναμε μαθήματα. Ήταν ένας σπουδαίος, εγγράμματος και ευαίσθητος άνθρωπος. Μια σπουδαία δασκάλα.
Ήταν αυστηρή ως προς την τεχνική, την πειθαρχία και τη μελέτη. «Μόνο μέσα από την πειθαρχία ελευθερώνεσαι» τη θυμάμαι να λέει. Από εκείνη έμαθα για τον τρόπο με τον οποίο δούλευε ο Κάρολος Κουν, καθώς είχε τελειώσει τη σχολή του Θεάτρου Τέχνης και είχε παίξει σε παραστάσεις που σκηνοθετούσε. Μου μιλούσε για την υψηλή τεχνική και τέχνη της Κατίνας Παξινού. Είχε παίξει στον Ματωμένο γάμο μαζί της.
Επίσης μου μιλούσε για τον Ζακ Λεκόκ, καθώς είχε πάει στη σχολή του στη Γαλλία. Για την Αριάν Μνουσκίν και τον Πίτερ Μπρουκ. Για την αξία της τελείας στον λόγο. Έλεγε ότι το να χρησιμοποιείς κόμμα, όταν αρχίζεις να μελετάς έναν ρόλο, είναι λάθος. Γιατί το κόμμα, υποστήριζε, είναι κατάκτηση. Σημαίνει πως ξέρεις το όλον.



