Skip to content
Home » Ο Πανουσόπουλος έβλεπε αυτά που κανείς δεν έβλεπε ποτέ

Ο Πανουσόπουλος έβλεπε αυτά που κανείς δεν έβλεπε ποτέ

    Ο Πανουσόπουλος έβλεπε αυτά που κανείς δεν έβλεπε ποτέ

    Published
    O σκηνοθέτης και διευθυντής φωτογραφίας Γιώργος Πανουσόπουλος

    Ο Πανουσόπουλος έβλεπε αυτά που κανείς δεν έβλεπε ποτέ

    Published
    O σκηνοθέτης και διευθυντής φωτογραφίας Γιώργος Πανουσόπουλος
    Ο Λευτέρης Χαρίτος αποχαιρετά τον Γιώργο Πανουσόπουλο και θυμάται για λογαριασμό του Short Stories στιγμές που έζησε πλάι του ως βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία «Μια μέρα τη νύχτα»

    Είτε στην προετοιμασία είτε στο γύρισμα μιας ταινίας του, τα μάτια του Γιώργου Πανουσόπουλου ήταν παντού. Χωρίς να το κάνει θέμα, χωρίς να το καταλαβαίνει κανείς. Με έναν δικό του τρόπο είχε την προσοχή του στραμμένη στην ψυχή της ιστορίας του.

    Αυτό το έκανε χωρίς κόπο. Ήξερε κάθε στιγμή τι θα επηρέαζε το τελικό αποτέλεσμα στο σενάριο, το κάστινγκ, το γύρισμα. Άργησα να το καταλάβω. Και στο πόστο του βοηθού σκηνοθέτη πολλές φορές με άφηνε αμήχανο. Ήταν σχεδόν ακατόρθωτο να προβλέψεις και να ικανοποιήσεις όλες τις λεπτομέρειες που έβλεπε το ακούραστο, αετίσιο βλέμμα του.

    Όταν κάναμε την ταινία Μια μέρα τη νύχτα, ξεκινούσαμε δουλειά πριν δύσει ο ήλιος και τελειώναμε με την ανατολή. Τα γυρίσματα ήταν νυχτερινά. Είχαμε κάνει τη μέρα νύχτα. Αυτό προφανώς μας είχε όλους εξοντώσει. Αν και γλυκά τότε τα καλοκαίρια στην Αθήνα, η νύχτα ήταν προτιμότερη από το λιοπύρι της μέρας.

    Ο Γιώργος συνήθιζε να ξυπνάει πριν από μένα. Ενώ πηγαίναμε για ύπνο μετά τις εφτά το πρωί, λίγο μετά τις 11 με έπαιρνε τηλέφωνο. Κι εγώ, σχετικά νέος τότε, δεν ήθελα να δείξω ότι κοιμάμαι, ενώ ο σκηνοθέτης μου ήταν ξύπνιος.

    Ύστερα από περίπου ενάμιση μήνα γυρισμάτων, ένα πρωί, στις 11 όπως κάθε φορά, μου τηλεφωνεί. Είχαμε να κάνουμε ένα περίεργο γύρισμα το απόγευμα. Σε μια ταράτσα στο Κολωνάκι θα τοποθετούσαμε μια μπαλκονόπορτα-κατασκευή, η οποία στο φινάλε την ταινίας θα είχε στο κάδρο την Μπέτυ Λιβανού και τον Μήνα Χατζησάββα, λίγο μετά το ξημέρωμα της μακριάς αυτής αθηναϊκής νύχτας. Με θέα την Ακρόπολη θα έδιναν αίσιο τέλος στη νύχτα που είχε δοκιμάσει τη σχέση τους.

    Η εντύπωση που μου έδινε πάντα ο Γιώργος είναι ότι τίποτε τελικά δεν έχει νόημα πέρα από την εικόνα μιας γυναίκας που ο αέρας σηκώνει το φόρεμά της

    Η μπαλκονόπορτα υποτίθεται ότι βρισκόταν στο σπίτι τους, το οποίο ως χώρος ήταν σε άλλη τοποθεσία στην Αθήνα. Για τη συγκεκριμένη σκηνή όμως ο Γιώργος είχε επιλέξει εκείνη την ταράτσα, γιατί του άρεσε πολύ η θέα. Η μπαλκονόπορτα είχε φτιαχτεί, είχε μεταφερθεί στην ταράτσα και θα την τοποθετούσαν το ίδιο πρωί.

    Τα τηλεφωνήματα στις 11 ήταν πάντα για κάποια τρομερή λεπτομέρεια που μόνο ο ίδιος είχε σκεφτεί και με έπαιρνε για να προλάβουμε ένα πρόβλημα που θα στοίχιζε σε χρόνο. Χρόνος που δεν περισσεύει ποτέ σε κανένα γύρισμα.

    Εκείνο το πρωί λοιπόν, αφού απαντώ το τηλέφωνο προσποιούμενος ότι έχω ήδη ξυπνήσει ώρα τώρα (δεν με ρωτούσε ποτέ, θεωρούσε δεδομένο ότι σαν καλός στρατιώτης θα ήμουν όρθιος και θα προετοίμαζα το γύρισμα της ημέρας), μου λέει πως πρέπει να ειδοποιήσω τους κατασκευαστές να βάλουν την κατασκευή 30 πόντους πιο έξω στην ταράτσα, γιατί το πλάνο θα έχει θέμα.

    Δεν θυμάμαι τι θέμα θα είχε. Θυμάμαι ότι επέμενε πως χρειάζεται προσοχή μεγάλη, γιατί αλλιώς το πλάνο δεν θα γινόταν σωστά.

    Φτάσαμε στο γύρισμα. Είχα τηλεφωνήσει στους υπεύθυνους, είχαν μεταφέρει την κατασκευή. Έστησε την κάμερα ο Χρήστος Καραμάνης, που συνυπέγραψε τη φωτογραφία στην ταινία, και φυσικά κοίταξα το κάδρο. Και κατάλαβα τι εννοούσε.

    Μόνο τότε, που ήταν όλα έτοιμα για το γύρισμα, είδα αυτό που ο ίδιος είχε δει από το πρωί. Ή ποιος ξέρεις πόσες ημέρες πριν.

    Η εντύπωση που μου έδινε πάντα ο Γιώργος –και γι’ αυτό λάτρεψα τις ταινίες του αλλά και τον ίδιο παρότι ήταν πολύ δύσκολος άνθρωπος– είναι ότι τίποτε τελικά δεν έχει νόημα πέρα από την εικόνα μιας γυναίκας που ο αέρας σηκώνει το φόρεμά της και αποκαλύπτει λίγη σάρκα ή δυο ιδρωμένων κορμιών που θέλουν να ενωθούν και αγκομαχούν.

    Είναι η αίσθηση της ζωής που μετέδιδε ο άνθρωπος αυτός. Οι μικρές στιγμές που οι αισθήσεις μας πιάνουν και δεν τις ξεχνάμε ποτέ.

    Έκανε εικόνα τα καλοκαίρια της ζωής μας. Τα αλμυρά, υγρά, βασανιστικά, μάταια καλοκαίρια μιας ολόκληρης ζωής. Και γι’ αυτό τον ευχαριστώ, γιατί οι εικόνες του θα με συντροφεύουν πάντα.

    •••

    Ο σπουδαίος σκηνοθέτης και διευθυντής φωτογραφίας Γιώργος Πανουσόπουλος, ο οποίος δημιούργησε μερικές από τις ωραιότερες ταινίες του ελληνικού σινεμά, έφυγε από τη ζωή την Τρίτη 10 Μαρτίου 2026 σε ηλικία 84 χρόνων.

    banner_300_250
    Picture of Λευτέρης Χαρίτος
    Ο Λευτέρης Χαρίτος είναι σκηνοθέτης και πρόεδρος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου

    ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS

    MORE STORIES

    Antonis Kotzias shortstories Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ ταινία
    Short

    Η συμμετοχή μου στην ταινία «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ»

    Ο Αντώνης Κοτζιάς αφηγείται στο Short Stories πώς η αδελφική φιλία του με τον σκηνοθέτη Γιώργο Γεωργόπουλο οδήγησε στη συμμετοχή του στην ταινία «Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ», τόσο ως ειδικός οπτικών εφέ όσο και ως ηθοποιός

    Θανάσης Νεοφώτιστος Thanasis Neofotistos shortstoriesgr
    Short

    Μια «Προσευχή» με λύτρωσε από το τραύμα του bullying

    Ο σκηνοθέτης Θανάσης Νεοφώτιστος αφηγείται στο Short Stories την ιστορία πίσω από την ταινία του «Προσευχή», ένα ταξίδι από το τραυματικό bullying της εφηβείας του στην κάθαρση, την καλλιτεχνική επιβεβαίωση και τη λυτρωτική ενηλικίωση

    χωριό_Dimitris Koutsiabasakos shortttoriesgr
    Short

    Πώς γύρισα το ντοκιμαντέρ μου στο χωριό που γεννήθηκα

    O σκηνοθέτης Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος γράφει στο Short Stories για την απρόσμενη υποστήριξη που του επιφύλαξαν οι πρωταγωνιστές του ντοκιμαντέρ του «Τα τέρματα του Αυγούστου» κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων στο χωριό που γεννήθηκε στη νότια Πίνδο

    Short

    Ρέκβιεμ για τον κινηματογράφο Ιντεάλ που τον «έκαψε» ο ΕΦΚΑ

    Ο σκηνοθέτης Νίκος Θεοδοσίου ξεδιπλώνει για το Short Stories την πολύπαθη ιστορία του κινηματογράφου Ιντεάλ που μπορεί να συνέχισε να λειτουργεί ύστερα από τέσσερις πυρκαγιές, αλλά δεν γλίτωσε από τη λαίλαπα του gentrification