Είτε στην προετοιμασία είτε στο γύρισμα μιας ταινίας του, τα μάτια του Γιώργου Πανουσόπουλου ήταν παντού. Χωρίς να το κάνει θέμα, χωρίς να το καταλαβαίνει κανείς. Με έναν δικό του τρόπο είχε την προσοχή του στραμμένη στην ψυχή της ιστορίας του.
Αυτό το έκανε χωρίς κόπο. Ήξερε κάθε στιγμή τι θα επηρέαζε το τελικό αποτέλεσμα στο σενάριο, το κάστινγκ, το γύρισμα. Άργησα να το καταλάβω. Και στο πόστο του βοηθού σκηνοθέτη πολλές φορές με άφηνε αμήχανο. Ήταν σχεδόν ακατόρθωτο να προβλέψεις και να ικανοποιήσεις όλες τις λεπτομέρειες που έβλεπε το ακούραστο, αετίσιο βλέμμα του.
Όταν κάναμε την ταινία Μια μέρα τη νύχτα, ξεκινούσαμε δουλειά πριν δύσει ο ήλιος και τελειώναμε με την ανατολή. Τα γυρίσματα ήταν νυχτερινά. Είχαμε κάνει τη μέρα νύχτα. Αυτό προφανώς μας είχε όλους εξοντώσει. Αν και γλυκά τότε τα καλοκαίρια στην Αθήνα, η νύχτα ήταν προτιμότερη από το λιοπύρι της μέρας.
Ο Γιώργος συνήθιζε να ξυπνάει πριν από μένα. Ενώ πηγαίναμε για ύπνο μετά τις εφτά το πρωί, λίγο μετά τις 11 με έπαιρνε τηλέφωνο. Κι εγώ, σχετικά νέος τότε, δεν ήθελα να δείξω ότι κοιμάμαι, ενώ ο σκηνοθέτης μου ήταν ξύπνιος.
Ύστερα από περίπου ενάμιση μήνα γυρισμάτων, ένα πρωί, στις 11 όπως κάθε φορά, μου τηλεφωνεί. Είχαμε να κάνουμε ένα περίεργο γύρισμα το απόγευμα. Σε μια ταράτσα στο Κολωνάκι θα τοποθετούσαμε μια μπαλκονόπορτα-κατασκευή, η οποία στο φινάλε την ταινίας θα είχε στο κάδρο την Μπέτυ Λιβανού και τον Μήνα Χατζησάββα, λίγο μετά το ξημέρωμα της μακριάς αυτής αθηναϊκής νύχτας. Με θέα την Ακρόπολη θα έδιναν αίσιο τέλος στη νύχτα που είχε δοκιμάσει τη σχέση τους.



