Ηταν μια περίοδος που δεν σκεφτόμουν καθόλου τη συγγραφή. Η καθημερινότητά μου κυλούσε μακριά από βιβλία και εκδόσεις, μέχρι τη στιγμή που η κόρη οικογενειακών φίλων χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία».
Οι μέρες εκεί είχαν άλλη πυκνότητα. Ο χρόνος απλωνόταν διαφορετικά, σαν να μην υπάκουε πια στο ρολόι. Υπήρχαν ώρες αναμονής, σιωπές, βλέμματα που δεν ήξεραν πού να σταθούν. Παρατηρούσα το παιδί, τον τρόπο που προσπαθούσε να παραμείνει παιδί σε έναν χώρο που δεν αφήνει πολλά περιθώρια για ελαφρότητα. Τις στιγμές που κουραζόταν. Και κυρίως τις στιγμές που επανερχόταν με απροσδόκητη δύναμη.
Παρά τη δυσκολία, διατηρούσε μια αξιοθαύμαστη σταθερότητα. Όχι γιατί δεν φοβόταν, αλλά επειδή δεν είχε άλλη επιλογή. Και μαζί της άρχισα να βλέπω όσα μέχρι τότε προσπερνούσα. Τον τρόπο που το περιβάλλον επιβάλλει ρόλους. Τον τρόπο που το «διαφορετικό» γίνεται ξαφνικά ταυτότητα. Πώς ένα παιδί καλείται, χωρίς προετοιμασία, να διαχειριστεί αλλαγές τις οποίες ούτε επέλεξε ούτε καταλαβαίνει πλήρως.
«Εδώ το μάθημα δεν είναι όπως πριν, δεν έχουν τα ίδια παιχνίδια».
Φράσεις απλές, ειπωμένες σχεδόν χωρίς συναισθηματική φόρτιση. Κι όμως μέσα τους υπήρχε η αίσθηση του «άλλου». Όχι μόνο της αλλαγής, αλλά της διαφορετικότητας που εμφανίζεται απότομα και δεν ζητά άδεια. Της διαφορετικότητας που δεν επιλέγεται, αλλά βιώνεται και εγκαθίσταται στην καθημερινότητα.
Άρχισα τότε να σκέφτομαι πόσο νωρίς τα παιδιά μαθαίνουν να παρατηρούν τις διαφορές. Και πόσο αργά μαθαίνουμε εμείς οι ενήλικες να τους δίνουμε χώρο να τις κατανοήσουν. Στο νοσοκομείο τίποτε δεν ήταν θεωρητικό. Όλα ήταν παρόντα, απτά.
Αρχικά προσπάθησα να απαντήσω πρακτικά. Να βρω τρόπους να γεμίσει ο χρόνος, να έρθουν βιβλία, να δημιουργηθούν μικρές ρωγμές μες στη ρουτίνα της νοσηλείας. Έτσι γεννήθηκε η δράση Κάθε Βιβλίο Ένα Ταξίδι. Όμως όσο αυτή εξελισσόταν τόσο πιο καθαρό γινόταν ότι κάτι ακόμη έλειπε.



