Πρώτο έτος των σπουδών μου στα Γιάννενα. Η φίλη μου Κατερίνα Σαμοΐλη από το Φυσικό με κάλεσε στο σπίτι της, στο Ποτάμι Λευκίμμης, στην Κέρκυρα. Θα περνούσαμε μαζί το τριήμερο της Αποκριάς. Δέχτηκα με χαρά. Φτάσαμε το Σάββατο το απόγευμα. Κάναμε βόλτα στο ωραίο χωριό με το ποτάμι και τις βάρκες του. Είδαμε φίλους. Δεχτήκαμε τις περιποιήσεις της μαμάς της και όλα κύλησαν όμορφα.
Την άλλη μέρα ωστόσο με περίμενε μια έκπληξη. Η μητέρα της Κατερίνας έφερε μια τοπική στολή με την οποία μου ζήτησε να ντυθώ για να λάβω μέρος στην παρέλαση του Καρναβαλιού που θα διέσχιζε τα χωριά της περιοχής. Πράγματι με τοποθέτησαν σε ένα άρμα-κάρο μαζί με άλλη μια κοπέλα και μοιράζαμε κρασί στους περαστικούς.
Η Κατερίνα ήταν μέλος της Φιλαρμονικής που συνόδευε την πομπή, η οποία ήταν μεγάλη και η όλη διοργάνωση ξεχωριστά φροντισμένη. Περάσαμε από διάφορα χωριά, μας υποδέχονταν με ενθουσιασμό, κυριαρχούσαν σατιρικά συνθήματα και κέφι. Νέοι και νέες χόρευαν τις παραδοσιακές καντρίλιες, ενώ στη συνέχεια ενωθήκαμε με μια πομπή που ερχόταν αντίθετα. Και αυτό γιατί το καρναβάλι είχε διοργανωθεί από δύο πολιτιστικούς συλλόγους και θεωρήθηκε πολύ πετυχημένο.
Οι εκπλήξεις όμως δεν είχαν τελειώσει. Την Καθαρή Δευτέρα ο Καρνάβαλος επρόκειτο, σύμφωνα με το έθιμο, να καεί στον Κάβο. Στο νοτιότερο άκρο του νησιού, πάντα με τη συνοδεία της Φιλαρμονικής. Το πρωί πήγα με την Κατερίνα στον χώρο όπου θα έκαναν πρόβα. Μπαίνοντας μέσα, ήρθαμε αντιμέτωπες με την απελπισία του μαέστρου. Ήταν σε έξαλλη κατάσταση διότι, όπως έλεγε, «έχασε την μπαταρία». Δηλαδή είχε φύγει το παλικάρι που έπαιζε την μπαταρία ή γκρανκάσα, το τεράστιο τύμπανο που φοριέται με ζώνη και δίνει τον ρυθμό σε όλη την ομάδα.



