Στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα, στα πλούσια αστικά σπίτια της Αθήνας, οι παραμάνες και οι υπηρέτριες ήταν από την Άνδρο. Έτσι ήρθε και η γιαγιά μου η Μαρία, η μητέρα της μητέρας μου, στην Αθήνα, υπηρέτρια. Ένα παιδάκι εννιά χρόνων, κοντούλα. Για να φτάνει στον νεροχύτη να πλύνει τα πιάτα, έβαζε σκαμνάκι. Ήταν όμως πανέμορφη, ξανθή με μαύρα μάτια. Και την ερωτεύτηκε ο γιος του σπιτιού.
Πλούσιο σπίτι. Υποτίθεται πως τα αφεντικά είχαν κάποια θέση στο παλάτι. Αλλά αν ρωτήσεις, οι μισοί Έλληνες είχαν μια θέση στο παλάτι εκείνη την εποχή. Τέλος πάντων. Ο μοναχογιός την αγάπησε. Και την παντρεύτηκε, να ’ναι καλά εκεί που βρίσκεται.
Αλλά ο φτωχός δεν έχει μοίρα. Η κακοτυχία τον κυνηγά να μην της ξεφύγει. Κι έτσι αμέσως μετά τον γάμο ήρθε ο πόλεμος του 1912. Και το παλικάρι έφυγε για το μέτωπο. Και η κόρη απέμεινε με την πεθερά και τις κουνιάδες σε ένα άλλο μέτωπο, εξίσου άγριο και σκληρό.
Κι έκανε το λάθος. Αντί να περιμένει τον σύζυγο, γύρισε στον πατέρα. Σε ένα χωριό στην Άνδρο που ακόμη και σήμερα δύσκολα φτάνεις. Στο χωριό ήταν όλοι μουλαράδες και τον περισσότερο καιρό ζούσαν μακριά. Στη Χώρα, στο Γαύριο, το Μπατσί, το Κόρθι, κάνοντας μεταφορές.
Και τι βρήκε η έρημη στο χωριό που γύρισε; Έναν πατέρα που όταν πέθανε η γυναίκα του, η μητέρα της, σκόρπισε όλα του τα παιδιά στον άνεμο κατ’ εντολή της καινούργιας συζύγου. Κι εκεί γέννησε. Μετά τη γέννα έπαθε επιλόχειο πυρετό. Ο παππούς έκανε αεροβάφτιση κι έδωσε στο νεογέννητο το δικό του όνομα.
Επέζησε η Μαρία. Τέλειωσε κι ο πόλεμος, γύρισε στην Αθήνα να βρει τον άντρα της. Μα και πάλι η τύχη δεν ήταν με το μέρος της. Η πεθερά και οι κουνιάδες άρχισαν πάλι τον υπόγειο πόλεμο χτυπώντας τον νεαρό πολεμιστή εκεί που πονούσε.



