Skip to content
Home » Το καλοκαίρι που ήμουν ο Ταβερνιάρης στην Αμοργό

Το καλοκαίρι που ήμουν ο Ταβερνιάρης στην Αμοργό

    Το καλοκαίρι που ήμουν ο Ταβερνιάρης στην Αμοργό

    Published
    Οι πιο μικροί πελάτες, τα παιδιά μου, στην ταβέρνα στην Αμοργό το 1997

    Το καλοκαίρι που ήμουν ο Ταβερνιάρης στην Αμοργό

    Published
    Οι πιο μικροί πελάτες, τα παιδιά μου, στην ταβέρνα στην Αμοργό το 1997
    Ο Νίκος Δεληβοριάς μεταφέρει στο Short Stories στιγμές που έζησε στην Αμοργό, τότε που από «ξένος» έγινε ο άνθρωπος των ντόπιων, στήνοντας αυθεντικά γλέντια με ρακόμελα, σούπα αρνίσια, μαντινάδες και ένα υπερκόσμιο μουσικό αντίο υπό φως της πανσελήνου

    Το 1997 βρέθηκα στην Αμοργό να παριστάνω τον ταβερνιάρη. Δεν τον παρίστανα απλώς. Ήμουν ο Ταβερνιάρης. Και αυτό αποδείχτηκε από τη γιορτή που μου έκαναν οι ντόπιοι τον 15αύγουστο.

    Όπως ξέρετε, όσοι έχετε πάει στην Αμοργό, στις 15 Αυγούστου γίνεται μεγάλο πανηγύρι στη Γυάλι (η και Αιγιάλη καλούμενη). Είχε τύχει να βρεθώ εκεί νοικιάζοντας την ταβέρνα ενός ντόπιου που εκείνη την εποχή είχε προβλήματα υγείας. Είχα πάρει μαζί τον εξοπλισμό μου καθώς και δύο παιδιά για βοηθούς.

    Κάποιος με είχε πείσει να πάω εκεί από τις αρχές του Ιούλη. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν σωστό ή λάθος. Γεγονός είναι πως μέχρι τις 20 Ιουλίου κοπανούσαμε μεν μύγες, γνωρίζαμε δε τους ντόπιους.

    Από τις 20 Ιουλίου και μετά το θερμόμετρο άρχισε να ανεβαίνει. Είχα γνωρίσει και μια ομάδα παιδιών που είχαν μια ρεμπέτικη κομπανία. Έτσι αρχίσαμε να έχουμε βραδιές όπου γινόταν πανηγύρι. Αξέχαστες βραδιές.

    Όλη η πολίχνη ξενυχτούσε στου Δεληβοριά χορεύοντας, τρώγοντας και πίνοντας. Τα ρακόμελα είχαν γίνει είδος πρώτης ανάγκης –τα έφτιαχνα εγώ, εννοείται– με αποτέλεσμα στο τέλος να μη βρίσκω ρακί στο νησί. Ούτε σιμιγδάλι έβρισκα πια, γιατί όλες οι νοικοκυρές έμαθαν από μένα να φτιάχνουν χαλβά που σκάρωνα για κέρασμα. Το αστείο είναι ότι από μένα έμαθαν να φτιάχνουν και «φάβα παντρεμένη», σε ένα νησί που βρίσκεται δίπλα στη Σαντορίνη.

    Τι να πρωτοθυμηθώ από εκείνα τα βράδια. Τη φορά που η κομπανία έπαιζε το Βαπόρι απ’ την Περσία και αμέσως σηκώθηκε ένα παλικάρι και άρχισε να χορεύει κι όλος ο κόσμος γελούσε μέχρις δακρύων; Κι όταν ρώτησα γιατί, μου απάντησαν γελώντας: «Μα είναι ο λιμενάρχης!». Θα θυμάστε τον στίχο «και σ’ αυτή την ιστορία μπήκαν τα λιμεναρχεία…».

    Ακούσαμε το βιολί του γέροντα να κλαίει. Τον συνόδευε το λαούτο. Και μαζί η σπασμένη φωνή του γέροντα να τραγουδά. Στο χωριό δεν ακουγόταν τίποτε άλλο

    Ή τον «καπετάνιο», έναν πολύ ωραίο άντρα στα εξήντα του, ίσως και περισσότερο, που του την έπεσε μια πιτσιρίκα κι ο καπετάνιος ξιπάστηκε κι άρχισε να μας ζητά να ανοίξουμε κάτι ξεχασμένες σαμπάνιες που υπήρχαν στο μαγαζί. Οι σαμπάνιες όμως ήταν πολυκαιρισμένες κι όταν τις ανοίγαμε, έκαναν φσσσττ και το υγρό δεν έφευγε προς τα πάνω. Καταλαβαίνετε την απελπισία του καπετάνιου, μέχρι να βρούμε μια καλή και να πάρει ανάσα ο άνθρωπος.

    Κι έτσι περνούσαν τα βράδια, μέχρι που ήρθε ο 15αύγουστος. Την παραμονή τα όργανα άρχισαν από νωρίς. Είχα ετοιμάσει φαγητά που δεν έφτασαν γιατί το μαγαζί ήταν φίσκα. Ακόμη και τα ποτά μετά βίας μας έφτασαν. Κάποια στιγμή, όπως ήταν το έθιμο, οι θαμώνες με τα όργανα μπροστά ξεκίνησαν και γύρισαν όλους τους δρόμους του χωριού, σταματώντας σχεδόν σε κάθε σπίτι, όπου δέχονταν κεράσματα και συνέχιζαν.

    Στο τέλος επέστρεψαν στο μαγαζί. Τους σερβίρισα σούπα αρνίσια, όπως επίσης ήταν έθιμο. Και τότε άρχισαν οι μαντινάδες. Και συνερίζονταν οι παρέες ποιος θα πει την ωραιότερη μαντινάδα για μένα παρακαλώ. Για τα φαγητά μου που τους ήταν άγνωστα, για την ευγένειά μου  και τη φιλοξενία μου. Πραγματικά είχα συγκινηθεί. Δεν το περίμενα. Τέλειωσε εκείνη η μέρα και εμείς κοιμόμασταν μια μέρα για να συνέλθουμε.

    Και μετά ήρθε η πιο ωραία βραδιά. Σάββατο βράδυ και στο μαγαζί παίζει μια ντόπια κομπανία. Ένας γέροντας παίζει βιολί, ένας νεαρός λαούτο και τραγουδά. Τα μεγάφωνα στη διαπασών. Το καλοκαίρι τελειώνει κι όλοι ετοιμάζονται για την επιστροφή. Ο ικαριώτικος έδινε κι έπαιρνε. Τελειώσαμε κατά τις τρεις κι αρχίσαμε να μαζεύουμε. Τα μεγάφωνα είχαν κλείσει και οι δύο μουσικοί παρέμεναν ακόμη καθισμένοι. Τους άκουσα να συζητούν και πλησίασα τάχα ότι είχα δουλειά, μα ήθελα να ακούσω τι έλεγαν.

    Τι συνέβαινε; Ο γέροντας ήθελε να παίξει ένα τραγούδι για χάρη ενός μακαρίτη συναδέλφου του. Στόχος; Η χήρα του μακαρίτη.

    «Μα» έλεγε ο νεότερος, «αυτή θα κοιμάται ήδη». «Όχι» απαντούσε ο γέροντας, «περιμένει να με ακούσει».

    Και τότε συνέβη. Εμείς είχαμε μαζέψει πια, είχαμε κλείσει τα φώτα και φεύγαμε. Δεν είχαμε απομακρυνθεί ούτε δέκα βήματα, όταν ακούσαμε το βιολί του γέροντα να κλαίει. Από κοντά τον συνόδευε το λαούτο. Και μαζί η σπασμένη φωνή του γέροντα να τραγουδά. Στο χωριό δεν ακουγόταν τίποτε άλλο. Απόλυτη ησυχία. Μόνο το τραγούδι. Φώτα δεν υπήρχαν αναμμένα. Μόνο το φεγγάρι, ήταν πανσέληνος, έφεγγε με ένα υπερκόσμιο φως.

    Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτήν τη βραδιά. Αυτή την αίσθηση της βραχνής σπασμένης φωνής που μιλούσε για φιλία, για αγάπη, για ζωή. Αυτή την ομορφιά της τέχνης. Της τέχνης του λαού που δεν θέλει πολλά πράγματα. Να φάει, να πιει, να ερωτευτεί και να γλεντήσει.

    banner_300_250
    Picture of Νίκος Δεληβοριάς
    Ο Νίκος Δεληβοριάς προς το παρόν είναι εκδότης. Στη ζωή του όμως υπήρξε σκηνοθέτης, μεταφραστής, ραδιοφωνικός παραγωγός και ταβερνιάρης, καθώς και άλλα πολλά

    Κεντρική φωτογραφία
    Από το προσωπικό αρχείο του Νίκου Δεληβοριά

    MORE STORIES

    Ιθάκη shortstoriesgr
    Short

    Ένα ταξίδι στην Ιθάκη του Οδυσσέα και της Πηνελόπης

    Ο Νίκος Δεληβοριάς μοιράζεται με το Short Stories τις αναμνήσεις του από το ταξίδι του στην Ιθάκη τη δεκαετία του ’70, στη διάρκεια του οποίου μπορεί να μη συνάντησε τους «Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας», αλλά γνώρισε τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη

    Short

    Ο Πειναλέων, η Οπισθοδρομική Κομπανία και μια συνάντηση κορυφής

    Ο Άγγελος Σφακιανάκης αφηγείται στο Short Stories πώς η Οπισθοδρομική Κομπανία βρέθηκε μια νύχτα του 1978 στην ταβέρνα Ο Πειναλέων στα Εξάρχεια να τραγουδάει για τον Χρήστο Κωνσταντινίδη, τη Σύλβια Παπαδοπούλου, τον Νίκο Μπαλή, τον Γιώργο Βότση και τον Περικλή Κοροβέση