Το 1997 βρέθηκα στην Αμοργό να παριστάνω τον ταβερνιάρη. Δεν τον παρίστανα απλώς. Ήμουν ο Ταβερνιάρης. Και αυτό αποδείχτηκε από τη γιορτή που μου έκαναν οι ντόπιοι τον 15αύγουστο.
Όπως ξέρετε, όσοι έχετε πάει στην Αμοργό, στις 15 Αυγούστου γίνεται μεγάλο πανηγύρι στη Γυάλι (η και Αιγιάλη καλούμενη). Είχε τύχει να βρεθώ εκεί νοικιάζοντας την ταβέρνα ενός ντόπιου που εκείνη την εποχή είχε προβλήματα υγείας. Είχα πάρει μαζί τον εξοπλισμό μου καθώς και δύο παιδιά για βοηθούς.
Κάποιος με είχε πείσει να πάω εκεί από τις αρχές του Ιούλη. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν σωστό ή λάθος. Γεγονός είναι πως μέχρι τις 20 Ιουλίου κοπανούσαμε μεν μύγες, γνωρίζαμε δε τους ντόπιους.
Από τις 20 Ιουλίου και μετά το θερμόμετρο άρχισε να ανεβαίνει. Είχα γνωρίσει και μια ομάδα παιδιών που είχαν μια ρεμπέτικη κομπανία. Έτσι αρχίσαμε να έχουμε βραδιές όπου γινόταν πανηγύρι. Αξέχαστες βραδιές.
Όλη η πολίχνη ξενυχτούσε στου Δεληβοριά χορεύοντας, τρώγοντας και πίνοντας. Τα ρακόμελα είχαν γίνει είδος πρώτης ανάγκης –τα έφτιαχνα εγώ, εννοείται– με αποτέλεσμα στο τέλος να μη βρίσκω ρακί στο νησί. Ούτε σιμιγδάλι έβρισκα πια, γιατί όλες οι νοικοκυρές έμαθαν από μένα να φτιάχνουν χαλβά που σκάρωνα για κέρασμα. Το αστείο είναι ότι από μένα έμαθαν να φτιάχνουν και «φάβα παντρεμένη», σε ένα νησί που βρίσκεται δίπλα στη Σαντορίνη.
Τι να πρωτοθυμηθώ από εκείνα τα βράδια. Τη φορά που η κομπανία έπαιζε το Βαπόρι απ’ την Περσία και αμέσως σηκώθηκε ένα παλικάρι και άρχισε να χορεύει κι όλος ο κόσμος γελούσε μέχρις δακρύων; Κι όταν ρώτησα γιατί, μου απάντησαν γελώντας: «Μα είναι ο λιμενάρχης!». Θα θυμάστε τον στίχο «και σ’ αυτή την ιστορία μπήκαν τα λιμεναρχεία…».



