Ντρεπόμουν για την αυλή μας. Όταν πήγα στο γυμνάσιο, τη δεκαετία του ’70, η περιοχή εκεί ήταν πολύ διαφορετική από τη γειτονιά μου. Με ψηλές καφέ πολυκατοικίες και στενά μπαλκόνια μου φαινόταν ένας άλλος κόσμος. Κι ας απείχε μόλις δέκα, άντε δεκαπέντε λεπτά με τα πόδια από το σπίτι μου.
Οι πολυκατοικίες με ψυχοπλάκωναν. Άκουγα τις συμμαθήτριές μου να λένε: «Εδώ μένει η Τάδε συμμαθήτρια, στον τέταρτο όροφο». Κι αμέσως η Τάδε αναβαθμιζόταν σε βασίλισσα του σχολείου. Και η πολυκατοικία της σε ανάκτορο πολύ πιο «χάι» σε σχέση με τη δική μας γειτονιά με τις αυλές. Έτσι έμπαινε μέσα, σιγά σιγά, ύπουλα και σταθερά η γνώμη των άλλων.
Γύριζα σπίτι και έβρισκα επτά γάτες να σκαρφαλώνουν στην κληματαριά, να νιαουρίζουν και να ρίχνουν τα σταφύλια του Σεπτέμβρη στο τσιμέντο της αυλής. Εκεί πατιόντουσαν, άφηναν ζουμιά, μάζευαν μύγες. Και ύστερα καθημερινό πλύσιμο με το λάστιχο.
Άρχισα να ντρέπομαι και να θέλω να κρατήσω μυστικό τον τόπο που ζούσα. Κι όμως, πάνω από τις μισές συμμαθήτριες έμεναν σε τέτοια σπίτια. Άλλων πάλι οι οικογένειές τους είχαν εγκαταλείψει τις αυλές και ζούσαν σε διώροφα με μπαλκόνια.
Το μπαλκόνι φάνταζε κάτι ιδεατό. Σαν παρατηρητήριο που σε ανύψωνε πάνω από τα κοινά – έβλεπες χωρίς να σε βλέπουν. Μια αυλή, αντίθετα, δεν πρόσφερε καμία ιδιωτικότητα· όποιος περνούσε χαιρετούσε, έμπαινε, έπιανε κουβέντα, ξεκινούσαν καφεδάκια και κεράσματα. Εγώ τρύπωνα στο σπίτι, μη αντέχοντας να ακούσω ακόμη μια ιστορία ζωής του κάθε περαστικού.
Ακόμη κι όταν χρόνια μετά χτίσαμε την αυλή, θυσία στη μόδα της αστικοποίησης, η συνήθεια της καλησπέρας παρέμεινε. Τα καλοκαίρια τα σκαλοπάτια έξω από το σπίτι γίνονταν το υποκατάστατο της αυλής. Και συχνά η αδιακρισία των περαστικών ήταν ακόμη πιο έντονη.



