Η οδός Μυτιλήνης είναι μια κάθετος ανάμεσα στο Χατζηκυριάκειο Ίδρυμα — το ορφανοτροφείο όπως το ξέραμε — και στο λιμάνι. ‘Eνας δρόμος, λίγα σπίτια, πολλές γάτες. Όσο περνάει ο καιρός, οι άνθρωποι λιγοστεύουν ενώ οι γάτες περισσεύουν. Μα όσο κι αν περισσεύουν, υπάρχει πάντα ένας καλός άνθρωπος που φροντίζει γι’ αυτές. Μια μεγάλη ψυχή, ο Στράτος.
Αθόρυβα, για πολλά χρόνια, είχε αφιερώσει τις υπηρεσίες του σε αυτές τις βασίλισσες του δρόμου. Αξιοποίησε κάθε διαθέσιμο χώρο, κάθε μικρή γωνιά και πεζούλι: τα άσπριζε και τοποθετούσε εκεί μικρά πιατάκια. Τα σπιτάκια που τοποθετούσε τα κράταγε με αξιοζήλευτη καθαριότητα καθώς και τα μπολάκια που τα έπλενε καθημερινά, ώστε όλη αυτή η αυτοσχέδια ανοιχτή δομή να αναδίδει νοικοκυροσύνη και φροντίδα. Ο Στράτος είχε μετασχηματίσει την οδό Μυτιλήνης σε ένα ανοιχτό καταφύγιο γάτας.
Τον έβλεπα τα απογεύματα, πάντα με κάτι να καταπιάνεται. Πλησίαζα και άνοιγα το μοναδικό μας θέμα συζήτησης:
— Πώς πάνε τα γατάκια;
Και τότε με γέμιζε με νέα για το καθένα: Η Σακίρα σήμερα με γρατζούνισε. Η Ντίνα έχει τσίμπλες. Ο Αλέξανδρος πιάστηκε σε καβγά…
Κρυφογελούσα κάτω από τα μουστάκια μου. Η συζήτηση γινόταν μάλλον χάρη γούστου — κι ίσως γιατί με άναβε η περιέργεια για έναν τόσο παράξενο άνθρωπο, που είχε αφιερωθεί στις γάτες. Τίποτε άλλο δεν ήξερα για τη ζωή του, κι ας ήταν τόσα χρόνια γείτονας.
Κάπου εκεί στις κουβέντες μας με έκπληξη αντιλήφθηκα ότι διοργάνωνε καθημερινά γατο-συσσίτιο. Σιγά σιγά παρατήρησα ότι από την «επιδημία αγάπης» προς τις γάτες (εγώ την αποκαλούσα «Στράτα») είχε τσιμπηθεί όλη η γειτονιά! Ανεξαρτήτως ηλικίας, κοινωνικής θέσης ή επαγγέλματος, όλοι είχαν υιοθετήσει μια δράση για τα αδέσποτα της οδού Μυτιλήνης.
Ακόμα κι από άλλα στενά έρχονταν για να ταΐσουν ή να στειρώσουν τα ζώα. Μπροστά στα μάτια μου φαινόταν να ξεπροβάλλει μια κοινωνία που συγκροτούνταν επιτόπου για έναν και μόνο σκοπό: την προσφορά στις γάτες.



