Ακόμη μια παραγωγή είχε τελειώσει. Βγήκα από το στούντιο στο Σόχο. Ομίχλη και κρύο. Λονδίνο πέντε η ώρα ξημερώματα. Έτρεξα στο διαμέρισμα της Wimpole street. Ένα γρήγορο ντους. Ακόμη ένας καφές. Λίγα ρούχα στο σακίδιο, μολύβια, μπλοκ. Έφυγα τρέχοντας μέχρι το Πικαντίλι και το μετρό για το αεροδρόμιο. Μεγαλώνοντας στην Ύδρα, ελέγχεις καλύτερα με τα πόδια χρόνο και απόσταση.
Της είχα τηλεφωνήσει πρωί. Μέχρι την επόμενη δουλειά είχα λίγες μέρες ελεύθερες. Μπορούσα να την επισκεφτώ. Από τη χαρά άλλαξε τόνο η φωνή της. Στο Χίθροου πάλι τρέξιμο. Ανάμεσα σε κόσμο, πάνω σε κυλιόμενους διαδρόμους, σκάλες, έλεγχο διαβατηρίων, στο αεροπλάνο και επιτέλους… ύπνος βαθύς.
Άνοιξα τα μάτια μετά την προσγείωση στο αεροδρόμιο του Ελληνικού. Πάλι έλεγχος, τρέξιμο, στρίμωγμα για ταξί. Της τηλεφώνησα από τη Ζέα πριν μπω στο ιπτάμενο: «Φτάνω απόγευμα».
Μόλις βγήκα στο λιμάνι, άλλαξε ο χρόνος ρυθμό. «Ήταν ωραία να κοιτάζουν τα μάτια και σαν άλλοτε ζωηρά τα χείλη μπρος σ’ ένα τέτοιο θάμα…» καθώς έγραψε ο Σεφέρης. Άρχισα να ανεβαίνω τα 375 σκαλοπάτια μέχρι το πατρικό. Τη βρήκα στην ταράτσα να περιμένει. Με αγκάλιασε. Με κρατούσε σφιχτά χωρίς να μιλάει. Ο τρόπος της να ελέγχει το συναίσθημα. Τότε με γέμιζε αμηχανία. Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα την απωθούσα. Αν είχα τώρα την ευκαιρία, θα έμενα «στήλη άλατος» και μια μέρα.
Ανακατεύαμε εύθυμα μνήμες και νέα για ώρα κοιτώντας την Ύδρα, χαμηλά κάτω από τα πόδια μας, να αλλάζει χρώματα λουσμένη στον ήλιο. Ένιωθα κάθε τόσο το βλέμμα της να με περιεργάζεται ανήσυχη.



