Με τη Μαρίνα Δατσέρη γνωριζόμαστε χρόνια. Συναντηθήκαμε σε σεμινάρια. Aυτά που κάνει κάθε ηθοποιός για να εξελιχθεί αλλά και για να γνωρίσει ανθρώπους, μήπως κάπου ανοίξει μια πόρτα. Δέσαμε κατευθείαν και από τις πρώτες μας κουβέντες μιλούσαμε για την αδικία, για το πόσο σκληρός είναι αυτός ο χώρος και πόσο δύσκολο είναι να σου δοθεί μια πραγματική ευκαιρία.
Χαθήκαμε για ένα διάστημα. Μια Κυριακή με πήρε τηλέφωνο για να την αντικαταστήσω σε μια παιδική παράσταση. Δέχτηκα αμέσως. Δεν είχα δουλειά εκείνη την περίοδο και το παιδικό θέατρο ήταν κάτι που ήδη γνώριζα. Παράλληλα, η Μαρίνα ετοιμαζόταν για τρίτη φορά να δώσει εξετάσεις στη σχολή σκηνοθεσίας του Εθνικού Θεάτρου. Δεν την πήραν. Είχε φτάσει πολύ κοντά. Και τότε μες στην απογοήτευση και την αγανάκτηση, μου είπε: «Δεν πειράζει. Θα το κάνω μόνη μου. Θα σκηνοθετήσω μια παράσταση».
Η απόφασή της ήταν ρίσκο. Μεγάλο. Μου είπε ότι θέλει να το κάνει μόνο με γυναίκες που εμπιστεύεται. «Αφού δεν μας δίνουν την ευκαιρία, θα τη δημιουργήσουμε μόνες μας». Είπα ναι χωρίς δεύτερη σκέψη. Κάπως έτσι βρεθήκαμε οκτώ τελείως διαφορετικές γυναίκες, χωρίς να γνωριζόμαστε μεταξύ μας αλλά με έναν κοινό στόχο: να δημιουργήσουμε κάτι δικό μας από την αρχή.
Αποφασίσαμε να κάνουμε τα πάντα μόνες μας: την παραγωγή, τα χρήματα, τις επαφές. Τότε αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε τι σημαίνει πραγματικά αυτό. Ξαφνικά έπρεπε να μιλήσουμε με ιδιοκτήτες θεάτρων, παραγωγούς, λογιστές, δικηγόρους, με έναν κόσμο που δεν γνωρίζαμε και δεν μας είχε μάθει κανείς πώς να διαχειριζόμαστε. Κάποιοι άνθρωποι στάθηκαν δίπλα μας και μας στήριξαν ουσιαστικά. Άλλοι χάθηκαν στην πορεία.
Αυτή η διαδρομή ξεκίνησε τον Νοέμβριο και μας δοκίμασε πραγματικά. Κάποιες κοπέλες δεν άντεξαν και έφυγαν, άλλες ήρθαν. Δεν ήταν εύκολο. Χρειαζόταν να είσαι αποφασισμένη ότι θέλεις να μείνεις.



