Είναι που η λέξη, είναι που εντός του ηχοπυρήνα της, ηχεί η χαοτική εξίσωση του μέλλοντός μας»
Ξεκινώ την αφήγηση για τη δημιουργία της παράστασης Ulrike – γράμματα από τη νεκρή πτέρυγα με τους παραπάνω στίχους. Στις επιστολές της Ουλρίκε Μάινχοφ υπάρχει αυτή ακριβώς η αγωνία στις λέξεις, στους ήχους, τους τριγμούς, στις προτάσεις. Αγωνία για τον άνθρωπο, για το μέλλον, για την ελπίδα. Ακόμη και σε συνθήκες απόγνωσης και απελπισίας. Το έργο αποτελείται από έξι επιστολές που έγραψε η ίδια κατά την περίοδο της φυλάκισής της (1972-1976) κι ενώ βρισκόταν μεταξύ λευκού κελιού και απομόνωσης.
Στη Γερμανία λοιπόν του 1970 κι ενώ είναι νωπές οι πληγές από το Άουσβιτς, το Μπιρκενάου, την Τρεμπλίνκα και όλες τις θηριωδίες που διέπραξαν οι ναζί, φτιάχνονται φυλακές υψίστης ασφαλείας. Λευκά, ηχομονωμένα κελιά με στόχο την αισθητηριακή απομόνωση των κρατούμενων. Σε συνθήκη όπου τα πάντα είναι λευκά, ο ήχος δεν είναι αντιληπτός. Παράθυρο δεν υπάρχει. Χάνεται η αίσθηση του χρόνου και του χώρου, η αίσθηση του σώματος, των σκέψεων και τελικά της λογικής.
Η Oυλρίκε Μάινχοφ έπειτα από οκτώ μήνες σε λευκό βασανισμό παλεύει να αντέξει. Τα καταφέρνει και βάζει στο χαρτί τι βίωσε. Αυτό είναι το πρώτο γράμμα και ο κορμός της παράστασής μας. Είναι ανατριχιαστικό, ακούγοντας αυτά τα λόγια, το τι μπορεί ένας άνθρωπος να σκεφτεί για να βασανίσει έναν άλλον άνθρωπο. Και παράλληλα εντυπωσιακό πώς ο άνθρωπος που έχει βαθιά πίστη στις ιδέες του αντέχει και επιμένει.
Αυτό το γράμμα ήταν η αρχή μιας περιπέτειας να βρω και άλλα τα οποία ενώ ως περιεχόμενο και κατάσταση είναι διαφορετικά, βγαίνουν από τον ίδιο πυρήνα, την ίδια δίνη. Όταν βρέθηκε το υλικό της παράστασης, η Φανή Βοβώνη, ο Σάββας Στρούμπος κι εγώ το μεταφράσαμε λέξη προς λέξη.



