Εδώ και ενάμιση χρόνο μετακόμισα από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Εδώ και λίγες βδομάδες μετακόμισα πιο συγκεκριμένα από τη θεατρική Θεσσαλονίκη στη θεατρική Αθήνα.
Στη δραματική σχολή μας έλεγαν: «Μπορείς να γίνεις καλύτερος ηθοποιός, όταν στο μάθημα παρατηρείς την πρόβα από κάτω». Με κάποιον τρόπο όλα φαίνονται πιο καθαρά καθώς γίνονται αντικειμενικά.
Στην εποχή της απόλυτης πίεσης για να έχεις υποκειμενική άποψη –και να την εκφέρεις με σιγουριά στο reel section του αγαπημένου σου social medium– τα πράγματα παραμένουν πιο καθαρά όταν αντί-κεινται. Ως θεατής λοιπόν έχεις τη θέα απέναντι, ολοκάθαρη. Κι αν έχεις μάτια ανοιχτά, βλέπεις «χρυσάφι».
Αν και πάτησα το αθηναϊκό σανίδι (για δεύτερη φορά) πρόσφατα, αυτό τον ενάμιση χρόνο έχω δει όσο θέατρο είχα δει τα προηγούμενα πέντε με έξι χρόνια στον βορρά. «Covid» θα μου πείς. «’Oχι απαραίτητα» θα σου απαντήσω.
Το αν μου άρεσε ή όχι μια παράσταση είναι καθαρά θέμα γούστου (περί ορέξεως κολοκυθόπιτα – είτε γλυκιά με άχνη είτε χωριάτικη είτε μπατζίνα)· αυτό όμως που έχει σημασία είναι ότι διέκρινα ένα κοινό σημείο και αυτό αξίζει να μοιραστώ.
Δεν είδα πουθενά, ούτε έν@ καλ@ συνάδελφ@ να διαπραγματεύεται τη θέση του εκείνη τη στιγμή. Σ’ εκείνη τη σκηνή, σ’ αυτό το σημείο στον χώρο και τον χρόνο. Δυσκολίες, κακές στιγμές, αστάθειες, πολλά μπορεί να έρθουν σε μια βραδιά στο θέατρο, αλλά ποτέ και πουθενά δεν είδα δισταγμό.
Μην παρεξηγηθώ, δεν μιλάω για ξεροκεφαλιά ούτε για ματαιοδοξία – αν και αυτά ευδοκιμούν στα «μέρη μας». Μιλάω για πίστη. Πίστη ότι αυτό που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή, ως ερμηνεία, παράσταση, προσέγγιση, παραγωγή έχει μια θέση στον ορίζοντα.
Από την άλλη, ο θεατρικός ορίζοντας της Θεσσαλονίκης είναι αντιστρόφως ανάλογος με τον ορίζοντα του Θερμαϊκού. Στη βόλτα στην παραλιακή «χάνεται το μάτι σου» και ίσως δεις τον Όλυμπο, ίσως και όχι.



