Είναι σύνηθες στη διαδικασία του μοντάζ να ερχόμαστε αντιμέτωποι με δύσκολες αποφάσεις. Το υλικό είναι πολύωρο. Μερικές φορές μπορεί να υπερβαίνει τις 60, 70 ή ακόμη και τις 100 ώρες.
Πάντα στο πεδίο πρέπει να έχεις τα μάτια και τα αυτιά σου ανοιχτά. Τις περισσότερες φορές το νήμα της ιστορίας δεν ξετυλίγεται όπως είχες υπολογίσει στο χαρτί. Η ζωή μπαίνει στη μέση και ανακατεύει πράγματα και καταστάσεις. Εσύ πρέπει να είσαι εκεί, έτοιμος να ακολουθήσεις τη ροή τους.
Μήνες μετά, μπροστά από την οθόνη, ταξινομείς το υλικό σου. Κατηγοριοποιήσεις, χρώματα, ετικέτες για κάθε χαρακτήρα, επιλογές των καλύτερων πλάνων. Καλώδια σκληρών δίσκων που θα κουβαλάς μαζί σου για καιρό κάνουν στοίβα στην επιφάνεια του γραφείου.
Αφηγείσαι σε φίλους και γνωστούς στιγμές που σου έμειναν στο μυαλό. Στιγμές που σε έκαναν να αισθανθείς αμήχανα, να μείνεις μετέωρος χωρίς να ξέρεις πώς να τις χειριστείς. Αυτή η στιγμή για μένα ήρθε περίπου στο τέλος των γυρισμάτων.
Είχαμε ήδη συμπληρώσει δύο μήνες στην Ίμβρο και μπαίναμε αισίως στον τρίτο. Υπήρχε ένας άντρας που ήταν πάντα εκεί, στο background. Η μορφή του ήταν πάντα στα όρια του focus μου.
Δεν μιλήσαμε ποτέ για τη δικιά του ιστορία μέχρι εκείνη τη μέρα που του προτείναμε να τον ακολουθήσουμε στο σπίτι του. Εκείνος δέχτηκε με χαρά. Το βλέμμα του καταδεκτικό, η μορφή του ευγενική. Τα βήματά του αργά πάνω στους χωματόδρομους του χωριού.
Τον παρατηρούσα από πίσω με την κάμερα στο χέρι. Ένιωθα ότι ακόμη δεν είχε έρθει η στιγμή να τη σηκώσω. Δεν ήξερα αν είχα την εμπιστοσύνη του.



