Είμαι μες στον γαλάζιο «Σκαραβαίο» του παππού μου. Με πήρε μεσημεριάτικα μετά το φαγητό να πάμε στη μάντρα που φιλάει τα τζάμια, για να ταΐσουμε τις κότες. Αλλά εδώ και μια ώρα μ’ έχει παρατήσει μες στον «Σκαραβαίο» κι έχει μπει στο κόκκινο σπίτι. Σ’ αυτό το σπίτι για το οποίο δεν λέμε τίποτε σε κανέναν.
Αν αργήσει κι άλλο θα πεθάνω απ’ τη ζέστη. Κλαίω. Όχι γιατί θα πεθάνω, αλλά επειδή κοιτάζω αυτά τα σιχαμένα κόκκινα παπούτσια που με αναγκάζουν να φοράω κάθε μέρα. Εξαιτίας τους στο σχολείο με κοροϊδεύουν.
Οι υπάλληλοι στο τζαμάδικο του παππού λένε πως έχω κόκκινα πόδια σαν της πέρδικας και με φωνάζουν «Πέρδικα». Με τραβάνε πίσω από τους πάγκους και μου δείχνουν περιοδικά με γυμνές γυναίκες.
«Κοίτα κάτι βύζαρους, Πέρδικα! Σαν αργήτικα πεπόνια, ζουμερά, ωραία ε;».
«…»
«Τι έγινε, ρε Πέρδικα, ντρέπεσαι; Ή δεν σ’ αρέσουν;».
«…»
«Κάτσε, ρε Πέρδικα, που πας να φύγεις, δες εδώ παρτάλια! Κόσμημα! Πέρδικα, κοίτα μη μας βγεις καμιά παλιαδερφή!».
Κι όλο «Πέρδικα» και «Πέρδικα».
Ο παππούς βγαίνει από το κόκκινο σπίτι σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Βάζει μπρος τον «Σκαραβαίο» και λέει: «Πάμε τώρα να ταΐσουμε τα κοκόρια!». Εγώ κάνω πως δεν έκλαιγα και κοιτάζω έξω την πόλη που φεύγει και με φυσάει στα μούτρα.
Ανοίγει την μπλε συρόμενη πόρτα της μάντρας λες κι είναι αυλαία θεάτρου. «Πρόσεξε μη πατήσεις στον ασβέστη» μου λέει.
Όση ώρα ο παππούς μετράει τις ντάνες με τα τζάμια και μονολογεί, εγώ παίζω στον λάκκο με τον ασβέστη. Εκατό κιλά γιαούρτι. Βάζω το ένα πόδι μέσα. Βουλιάζω και δεν βρίσκω πάτο. Το τραβάω και βάζω το άλλο πόδι μέσα, ελαφρά αυτήν τη φορά. Τώρα τα παπούτσια μου είναι τόσο άσπρα που όταν τα κοιτάζεις καίγονται τα μάτια σου.




