Skip to content
Home » Η μέρα που βρήκα το μεγάλο αυγό του «πτερόσαυρου»

Η μέρα που βρήκα το μεγάλο αυγό του «πτερόσαυρου»

    Η μέρα που βρήκα το μεγάλο αυγό του «πτερόσαυρου»

    Published
    Αλέξανδρος Ψυχούλης, «Ένα κανονικό αυγό», μολύβια ακουαρέλας σε χαρτί, 2026

    Η μέρα που βρήκα το μεγάλο αυγό του «πτερόσαυρου»

    Published
    Αλέξανδρος Ψυχούλης, «Ένα κανονικό αυγό», μολύβια ακουαρέλας σε χαρτί, 2026
    Ο Αλέξανδρος Ψυχούλης γυρνάει τον χρόνο πίσω και για λογαριασμό του Short Stories ανασύρει από τις παιδικές του αναμνήσεις την ιστορία εκείνης της ημέρας που βρήκε στο κοτέτσι του παππού του ένα τεράστιων διαστάσεων αυγό

    Είμαι μες στον γαλάζιο «Σκαραβαίο» του παππού μου. Με πήρε μεσημεριάτικα μετά το φαγητό να πάμε στη μάντρα που φιλάει τα τζάμια, για να ταΐσουμε τις κότες. Αλλά εδώ και μια ώρα μ’ έχει παρατήσει μες στον «Σκαραβαίο» κι έχει μπει στο κόκκινο σπίτι. Σ’ αυτό το σπίτι για το οποίο δεν λέμε τίποτε σε κανέναν.

    Αν αργήσει κι άλλο θα πεθάνω απ’ τη ζέστη. Κλαίω. Όχι γιατί θα πεθάνω, αλλά επειδή κοιτάζω αυτά τα σιχαμένα κόκκινα παπούτσια που με αναγκάζουν να φοράω κάθε μέρα. Εξαιτίας τους στο σχολείο με κοροϊδεύουν.

    Οι υπάλληλοι στο τζαμάδικο του παππού λένε πως έχω κόκκινα πόδια σαν της πέρδικας και με φωνάζουν «Πέρδικα». Με τραβάνε πίσω από τους πάγκους και μου δείχνουν περιοδικά με γυμνές γυναίκες.

    «Κοίτα κάτι βύζαρους, Πέρδικα! Σαν αργήτικα πεπόνια, ζουμερά, ωραία ε;».
    «»
    «Τι έγινε, ρε Πέρδικα, ντρέπεσαι; Ή δεν σ’ αρέσουν;».
    «»
    «Κάτσε, ρε Πέρδικα, που πας να φύγεις, δες εδώ παρτάλια! Κόσμημα! Πέρδικα, κοίτα μη μας βγεις καμιά παλιαδερφή!».
    Κι όλο «Πέρδικα» και «Πέρδικα».

    Ο παππούς βγαίνει από το κόκκινο σπίτι σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Βάζει μπρος τον «Σκαραβαίο» και λέει: «Πάμε τώρα να ταΐσουμε τα κοκόρια!». Εγώ κάνω πως δεν έκλαιγα και κοιτάζω έξω την πόλη που φεύγει και με φυσάει στα μούτρα.

    Ανοίγει την μπλε συρόμενη πόρτα της μάντρας λες κι είναι αυλαία θεάτρου. «Πρόσεξε μη πατήσεις στον ασβέστη» μου λέει.

    Όση ώρα ο παππούς μετράει τις ντάνες με τα τζάμια και μονολογεί, εγώ παίζω στον λάκκο με τον ασβέστη. Εκατό κιλά γιαούρτι. Βάζω το ένα πόδι μέσα. Βουλιάζω και δεν βρίσκω πάτο. Το τραβάω και βάζω το άλλο πόδι μέσα, ελαφρά αυτήν τη φορά. Τώρα τα παπούτσια μου είναι τόσο άσπρα που όταν τα κοιτάζεις καίγονται τα μάτια σου.

    Ακούω το κρακ που σκίζει την καρδιά μου. Από τη μεγάλη ρωγμή βγαίνει το ασπράδι του και απλώνεται στο μάρμαρο. Το κοιτάζω και κλαίω απαρηγόρητος

     

    Ο παππούς έχει τελειώσει με τους υπολογισμούς και πάμε προς το κοτέτσι. Μισανοίγει την πόρτα και λέει «μπες».

    «Δεν μπαίνω. Θα μου ορμήσει ο κόκορας».
    «Μπες, εγώ είμαι εδώ», με σπρώχνει ελαφρά προς τα μέσα.
    «Θα μου ορμήσει! ΝΑ ΤΟΣ!».

    Μισό μέτρο πριν ο κόκορας καρφώσει τα μαύρα του νύχια στην κοιλιά μου, ο παππούς του ρίχνει έναν ξεγυρισμένο κλότσο και τον κολλάει στο κοτετσόσυρμα. «Κοπρίτη!» λέει.

    Μπαίνουμε σκύβοντας στις φωλιές. Στη δεύτερη φωλιά υπάρχει ένα αυγό τεράστιο, ατσούμπαλο, κυματιστό, θαμπό ροζ, μεγάλο όσο τέσσερα κανονικά αυγά κότας. «Τι είναι αυτό;» ρωτάω και η φωνή μου ίσα που ακούγεται. Το κοιτάμε σαν χαζοί.

    «Δεν είναι αυγό κότας αυτό παππού ε; Τι είναι;».
    «Κάποιος πισινός ζορίστηκε χθες…».
    «Δεν είναι αυγό κότας, παππού, είναι κάτι άλλο». Το παίρνω στην αγκαλιά μου προσεκτικά.

    Δεν με νοιάζει που το δερμάτινο κάθισμα του «Σκαραβαίου» μου τσουρουφλίζει τον κώλο, δεν κοιτάζω τον παππού να κλείνει την αυλαία, δεν αηδιάζω από την μπόχα των μουχλιασμένων συνεργείων που περνάμε επιστρέφοντας. Το μόνο που σκέφτομαι είναι πως αυτό το αυγό θα αλλάξει τη ζωή μου. Το ακουμπάω απαλά στα πόδια μου και το προστατεύω απ’ τις λακκούβες που τραντάζουν το αμάξι.

    Αυτό δεν είναι αυγό κότας. Είναι αυγό δεινόσαυρου. Πτερόσαυρου ίσως. Θα του κάνω μια φωλιά, θα περιμένω να εκκολαφτεί, θα το εκπαιδεύσω και θα κυκλοφορώ με έναν πτερόσαυρο στον ώμο. Παντού. Δεν θα μου κουνιέται κανείς. Άμα κάποιος με φωνάξει «Πέρδικα», ο πτερόσαυρος θα του βγάζει τα μάτια στο δευτερόλεπτο. Θα με βλέπουν και θα κλάνουν μέντες. Η Ίζα θα μ’ αγαπήσει γιατί θα είμαι ξεχωριστός, αποκλείεται να έχει ξαναδεί παιδί με πτερόσαυρο στον ώμο.

    Ανεβαίνω πετώντας τα σκαλιά του σπιτιού με το μεγάλο αυγό στο χέρι. Ανυπομονώ να δείξω σε όλους πόσο τυχερός είμαι. Φτάνω στην κουζίνα και το ακουμπάω στο μάρμαρο του νεροχύτη.

    Ακούω το κρακ που σκίζει την καρδιά μου. Από τη μεγάλη ρωγμή βγαίνει το ασπράδι του και απλώνεται στο μάρμαρο. Το κοιτάζω και κλαίω απαρηγόρητος. Δεν κλαίω γιατί δεν θα έχω ποτέ έναν πτερόσαυρο στον ώμο μου, αλλά γιατί το σπασμένο αυγό είναι πεθαμένο. Πριν ραγίσει το ταλαιπωρημένο τσόφλι του, το κοιτούσα και μπορούσα να φαντάζομαι πράγματα.

    Ό,τι φανταζόμουν ήταν μέσα του και μου άλλαζε τη ζωή. Ακόμη κι αν δεν κατάφερνα να το εκκολάψω, θα το είχα εκεί και θα φανταζόμουν πράγματα μια ζωή. Τώρα μπορώ να δω μέσα του. Ξέρω πως δεν έχει τίποτε περισσότερο από το αηδιαστικό του ασπράδι που στάζει στο πάτωμα, όπως η μύξα μου πάνω στα παπούτσια μου που δεν είναι πια και τόσο λευκά.  Ο ασβέστης ξεράθηκε, γέμισαν μικρές κόκκινες ρωγμές.

    •••

    Ο εικαστικός Αλέξανδρος Ψυχούλης υπογράφει την αφίσα του φετινού 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (5-15 Μαρτίου 2026), δίνοντας νέα πνοή μέσα από το έργο του σε ένα από τα πιο αναγνωρίσμα τοπόσημα της Θεσσαλονίκης: την οικεία και γοητευτική εικόνα των γερανών στο λιμάνι.

    Alexandros Psychoulis shortstories TIDF28

    banner_300_250
    Picture of Αλέξανδρος Ψυχούλης
    Ο Αλέξανδρος Ψυχούλης είναι εικαστικός και καθηγητής Τέχνης και Τεχνολογίας στο τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

    Κεντρική εικόνα
    Έργο του Αλέξανδρου Ψυχούλη

    Πορτρέτο
    Μαρία Χαραλάμπους

    ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS

    MORE STORIES

    Μανώλης Κρανάκης Τάκης Κανελλόπουλος shortstories.gr ταινία Καστοριά
    Short

    Γιατί δεν πήγα ποτέ στην Καστοριά

    Ο Μανώλης Κρανάκης επιστρέφει για λογαριασμό του Short Stories στην ιστορία της αναζήτησης της «χαμένης» ταινίας «Καστοριά» του Τάκη Κανελλόπουλου που έληξε… ένδοξα.

    LOXY Dimitris Zaxos Thanasis Kafetzis Λώξη shortstoriesgr
    Short

    Χορεύοντας στο χιόνι με τη Λώξη που γκρέμισε τα ταμπού

    Οι σκηνοθέτες Δημήτρης Ζάχος και Θανάσης Καφετζής περιγράφουν στο Short Stories πώς γύρισαν την τελευταία σκηνή του ντοκιμαντέρ «Λώξη», για το πρώτο κορίτσι με σύνδρομο Down που υπέγραψε συμβόλαιο ηθοποιού με το Εθνικό Θέατρο