Πολλά γυρίζονται. Λίγα μένουν στο τελικό μοντάζ. Σε έξι χρόνια παραγωγής συγκεντρώθηκαν κοντά στις 100 ημέρες γυρισμάτων και αμέτρητες ώρες υλικού. Κάποια πράγματα δεν χώρεσαν. Κάποια δεν ταίριαξαν στη δομή. Και όμως, μερικές από τις πιο δυνατές ιστορίες δεν είναι εκείνες που κόπηκαν. Είναι εκείνες που δεν κινηματογραφήθηκαν ποτέ.
Τη Μαρία* τη γνώρισα σε ένα πάρτι των Cool Crips. Ήταν σε ηλεκτρικό αμαξίδιο με μηχάνημα υποβοήθησης της αναπνοής. Την πλησίασα εγώ. Της είπα ότι ετοιμάζω ένα ντοκιμαντέρ για τον έρωτα και την αναπηρία. Της άρεσε η ιδέα και ήταν υποστηρικτική. Ωστόσο από την αρχή ξεκαθάρισε ότι δεν μπορούσε να πάρει μέρος. Επέμεινα λίγο. Είναι φυσικό να διστάζει κάποιος να μιλήσει δημόσια για την ερωτική του ζωή. Το καταλάβαινα. Παρόλα αυτά μου άρεσαν η ενέργεια και η αύρα της. Της πρότεινα να συναντηθούμε ξανά. Ίσως, σκέφτηκα, αν μιλούσαμε με περισσότερη άνεση, να το σκεφτόταν ξανά. Συμφώνησε.
Την κάλεσα λίγες μέρες μετά. Με προσκάλεσε στο διαμέρισμά της, στο κέντρο της Αθήνας. Η μητέρα της μου άνοιξε την πόρτα και με υποδέχτηκε ευγενικά. Πατέρας δεν υπήρχε στο σπίτι. Αργότερα η Μαρία μου είπε ότι είχε πεθάνει.
Περάσαμε στο δωμάτιό της. Εκεί μου αφηγήθηκε την ιστορία της. Πάσχει από μια εκφυλιστική σωματική πάθηση και το προσδόκιμο ζωής της είναι περιορισμένο. Το είπε καθαρά, σαν απλή διαπίστωση. Όταν ανέφερε ότι έχει ήδη ζήσει περισσότερο απ’ όσο είχαν προβλέψει, τα μάτια της έλαμψαν με μια πειραχτική σπίθα. Eίχε ξεγελάσει τις προβλέψεις.
Ο πατέρας της ντρεπόταν να τη στείλει σχολείο. Έμαθε μόνη της να διαβάζει και να γράφει. Με επιμονή. Σταδιακά άρχισε να γράφει δικά της κείμενα. Έγινε συγγραφέας.



