Ηθελα πάντα να πάω στην Τυνησία. Μου είχε κολλήσει η ιδέα από μια εκδρομή οικογενειακών φίλων που είχαν ταξιδέψει εκεί χρόνια πριν, όταν ήμουν παιδί. Οι γονείς μου τότε είχαν διστάσει από φόβο να συμμετάσχουμε. Έτσι η χώρα αυτή έμεινε ένα απωθημένο.
Τελικά έμελλε να πάω ύστερα από 15 χρόνια ανικανοποίητης επιθυμίας, έπειτα από πρόταση Ιταλίδας φίλης μου να βρεθούμε εκεί. Συναντηθήκαμε στην Τύνιδα και περάσαμε το πρώτο βράδυ σε ένα φαγάδικο τρώγλη όπου είπαμε τα νέα μας και χορτάσαμε με περίπου €4.
Την επόμενη μέρα κάναμε βόλτα στη Medina της Τύνιδας, τη μεγάλη αγορά στο κέντρο της πόλης. Εκεί μας πήρε από το χέρι ένας πωλητής αρωμάτων και μας έβαλε να μυρίζουμε αρώματα ίσα με 20 λεπτά. Ακολούθησε βόλτα στο Sidi bu Said, το γραφικό παραθαλάσσιο προάστιο. Τα σπίτια του θυμίζουν κυκλαδίτικο νησί αλλά με ανατολίτικη πινελιά. Το βράδυ φάγαμε ζεστή πίτα με γέμιση τόνου στα στενά της Medina makloub.
Τρίτη μέρα πρωί πρωί ξεκίνησε το ταξίδι μας προς τη νότια Τυνησία και την έρημο. Πήραμε louage (δημόσια βανάκια με προκαθορισμένη διαδρομή) και ύστερα από οχτώ ώρες φτάσαμε στην Tozeur, από τις πιο διάσημες πόλεις-οάσεις της Σαχάρας. Το πρωί που ξημερώσαμε εκεί ξεκινήσαμε την περιπέτεια των οτοστόπ. Ένας γλυκύτατος νεαρός οδηγός μας πήγε μέχρι το χωριό Mides. Εξερευνήσαμε το δροσερό φαράγγι με το ρυάκι του και φάγαμε χουρμάδες και ρόδια από την όαση που το περιβάλλει.
Ένα άλλο οτοστόπ μας πήγε μέχρι τον καταρράκτη της Tamerza και ένα τρίτο στο χωριό Chebika, έναν παραδοσιακό οικισμό στους πρόποδες ενός ξερού βουνού μες στην κοιλάδα του οποίου εκτείνεται μια όαση.



