Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε ξεκίνησε η παράξενη αίσθηση ότι κάτι μέσα μου είχε αρχίσει να απομακρύνεται. Οι μεγαλύτερες αλλαγές στη ζωή μας σπάνια εμφανίζονται με έναν ξεκάθαρο ή θεατρικό τρόπο. Δεν υπάρχει συνήθως μια συγκεκριμένη ημέρα που ξυπνάς και καταλαβαίνεις ότι έχεις χάσει ένα κομμάτι του εαυτού σου.
Αυτό είναι περισσότερο μια αργή διαδικασία που συμβαίνει μες στην καθημερινότητα. Ανάμεσα σε υποχρεώσεις, συναντήσεις, ευθύνες και μικρές επαναλαμβανόμενες στιγμές. Μέχρι που κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι έχεις γίνει πολύ καλός στο να ανταποκρίνεσαι σε όσα απαιτεί η ζωή από εσένα. Αλλά έχεις ξεχάσει να ρωτήσεις τον εαυτό σου τι χρειάζεται πραγματικά από τη ζωή.
Για μεγάλο διάστημα είχα μάθει να είμαι ο άνθρωπος που χρειάζονταν οι άλλοι. Να βρίσκω λύσεις, να κρατώ ισορροπίες, να είμαι διαθέσιμος όταν υπήρχε ανάγκη, να λέω ναι ακόμη κι όταν μέσα μου ήξερα ότι ήθελα να πω όχι. Να προσφέρω χωρίς να ζητώ, να κρατώ πράγματα μέσα μου για να μην επιβαρύνω τους γύρω μου, να συνεχίζω σαν να ήταν φυσιολογικό να αφήνω συνεχώς τον εαυτό μου τελευταίο στη σειρά.
Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, χωρίς να το καταλάβω, είχα ξεχάσει πώς είναι να ανασαίνεις πραγματικά. Όχι απλώς να υπάρχεις,. Όχι απλώς να λειτουργείς. Αλλά να αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι μες στη δική σου ζωή. Όχι απλώς ότι εκτελείς έναν ρόλο που κάποιος άλλος έγραψε για εσένα.
Εκείνη τη μέρα περπατούσα στον Πειραιά. Στη διαδρομή από τη Μαρίνα Ζέας προς το Πασαλιμάνι, δίπλα στη θάλασσα, χωρίς ιδιαίτερο σκοπό και δίχως να έχω αποφασίσει πού ακριβώς ήθελα να πάω. Ο αέρας ήταν ζεστός αλλά γλυκός, όχι βαρύς. Είχε μέσα του εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά της θάλασσας που συνδέεται με αναμνήσεις ακόμη και όταν δεν ξέρεις ακριβώς ποια ανάμνηση ξυπνά.



