Μια από τις ομορφότερες ιστορίες ατρόμητης νιότης που έχω να αφηγηθώ –και που προκαλείται από την άγνοια κινδύνου που φέρνει η νιότη– συνέβη 20 χρόνια πριν. Ήμουν 19 χρόνων. Έναν χρόνο πριν είχα φύγει από τη Σητεία για σπουδάσω Φιλοσοφία στην Πάτρα. Πλέον έφευγα από την Πάτρα για να πάω με το πρόγραμμα Erasmus στο Πουατιέ στη Γαλλία.
Έφυγα από την Πάτρα στις 12 ή 14 Σεπτεμβρίου 2006. Πρώτη στάση το αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος. Από εκεί στο Charles de Gaulle στο Παρίσι. Είχα μαζί μου €300 όλα κι όλα. Φτάνοντας στο Πουατιέ, θα έπαιρνα υποτροφία και κάποια βοηθήματα που θα πρόσφερε το γαλλικό κράτος. Θυμάμαι καθαρά μέχρι σήμερα τον ενθουσιασμό μου. Την ανυπομονησία που με κατέκλυζε για την περιπέτεια που ξεκινούσε. Κινητό είχα αλλά δεν λειτουργούσε κανονικά εκτός Ελλάδας. Δεν είχε σημασία· είχα τα βιβλία μου. Μια Samsonite βαλίτσα γεμάτη βιβλία.
Φτάνοντας στο check-in του αεροδρομίου πληροφορήθηκα με τεράστια έκπληξη πως ήμουν «υπέρβαρη». Θα έπρεπε να ξεφορτωθώ τα βιβλία ή εναλλακτικά να πληρώσω €250. Δεν δείλιασα στιγμή. Πλήρωσα τα χρήματα και μπήκα στο αεροπλάνο παρέα με τα βιβλία μου.
Έφτασα στο Παρίσι με αναταράξεις στην αυτοπεποίθηση της τσέπης μου, ωστόσο ακλόνητη στο σύνολό μου. Το Δεύτερο φύλλο της Μποβουάρ ταξίδευε μαζί μου και αυτό είχε σημασία.
Έφτασα στο Παρίσι και πήγα απευθείας –με το τζιν μπουφάν μου και λευκή κορδέλα στα μαλλιά– να πιω καφέ με τη φίλη μου Μαρία στο Saint-Michel, έναν καφέ ηλιόλουστο (τον οποίο ευτυχώς κέρασε). Με τα πενήντα μου ευρώ κατευθύνθηκα στον σιδηροδρομικό σταθμό για να πάρω το γρήγορο τρένο TGV με προορισμό το Πουατιέ. Το εισιτήριο κόστιζε €35 και είχα ήδη αρχίσει να πεινάω.



