Το 2015, µια µικρή παρέα φωτογράφων ξεκινήσαµε για το Ιράν. Δεν ήξερα τι ακριβώς να περιµένω. Ήξερα, όµως, ότι θα έπρεπε να καλυφθώ µε µαντίλι — κάτι που µε δυσκόλεψε από την αρχή ως το τέλος. Όµως, µέσα από αυτή την
εµπειρία, κατάλαβα πόσο γενναίες είναι οι γυναίκες στο Ιράν. Πόσο δυνατά κρατούν την ταυτότητά τους µέσα σε έναν αυστηρό κοινωνικό πλαίσιο και πώς η ανάγκη για ελευθερία θα γλιστρήσει όση καταπίεση κι αν υπάρξει.
Το ταξίδι αυτό µε αντάµειψε µε χίλιες άλλες εµπειρίες. Από την πρώτη στιγµή που βρέθηκα εκεί, ένιωσα µια ακαθόριστη οικειότητα. Σαν να είχα επιστρέψει σε έναν τόπο που είχα γνωρίσει σε µια άλλη ζωή.
Η Τεχεράνη µας τύλιξε µε την ένταση της µεγαλούπολης και την αίσθηση ενός παρελθόντος που δεν έχει σβήσει. Οι λεωφόροι έσφυζαν από κίνηση, οι φωνές αναµειγνύονταν µε τον ήχο των µοτοσικλετών. Ανάµεσα στο γκρι του τσιµέντου ξεπηδούσαν πάρκα γεµάτα οικογένειες. Άνθρωποι απλωµένοι στις πρασιές µοιράζονταν φαγητό και γέλια, µε φόντο περίτεχνα κτίρια.
Ʃτα παλιά γκαράζ που είχαν µετατραπεί σε παζάρια, χαθήκαµε για ώρες: ανάµεσα σε µυρωδιές µπαχαρικών, σε µεταλλικές λάµψεις από χειροποίητα σκεύη, σε χρώµατα χαλιών που έµοιαζαν να κρύβουν ολόκληρες αφηγήσεις.
Κάθε στάση σε µικρά µαγαζάκια για φρέσκους χυµούς ή τσάι συνοδευόταν από χαµόγελα και ζεστές χειρονοµίες. Οι φωτογραφικές µας µηχανές έγιναν το κλειδί για να ανακαλύψουµε φόρµες και καµπύλες της περσικής
αρχιτεκτονικής, αλλά και για να απαθανατίσουµε βλέµµατα και στιγµές µε ανθρώπους που µιλούσαν µαζί µας χωρίς λέξεις.
Η µαγεία του Ισφαχάν µας κράτησε περισσότερο απ’ όσο είχαµε υπολογίσει. Οι γέφυρες έλαµπαν το σούρουπο, οι πλατείες µεταµορφώνονταν σε σκηνές θεάτρου µε τον ερχοµό της νύχτας, και η αρχιτεκτονική ήταν µια ποίηση για τα µάτια µας.



