«Λόγω της μεγάλης ζέστης που επικρατούσε μες στην πόλη και της ελονοσίας, ο πατέρας μου νοίκιαζε, κατά τους θερινούς μήνες, ένα σπίτι στην Άρτα (Παλαιά Άρτα ή Νάρτα), ένα ελληνικό χωριό στον Αυλώνα κοντά. Ήταν το μοναδικό χωριό στο οποίο μιλούσαν ελληνικά. Βρισκόταν πολύ κοντά στη λιμνοθάλασσα. Με την παλίρροια τα νερά έφταναν έως τα σπίτια του χωριού. Με την άμπωτη τραβιόνταν αρκετά μακριά. Γι’ αυτό όλο το χωριό ήταν γεμάτο χαντάκια καθέτως και κατά μήκος των δημόσιων δρόμων».
Έτσι ξεκινά ο Αλέξανδρος Μανθούλης, στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Ο περιπλανώμενος Ρωμιός, την περιγραφή της περιοχής όπου έζησε κάποια από τα παιδικά του χρόνια στα τέλη του 19ου αιώνα. Τότε που ο πατέρας του Ιγνάτιος Μανθούλης, δικηγόρος στην Κόνιτσα, ανέλαβε τη θέση του πρωτοδίκη στον Αυλώνα.
Κι εδώ συναντάμε το παράδοξο. Η ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται όχι όμως σαν κωμωδία αλλά με τον ίδιο δραματικό τρόπο. Τότε ήταν ένας πασάς που ήθελε να βάλει χέρι στις περιουσίες των χωρικών. Τώρα ο Αμερικανός πρόεδρος και η οικογένειά του απειλούν να καταστρέψουν μια περιοχή εξαιρετικού φυσικού κάλλους. Ο λόγος; Μια τουριστική επένδυση μαμούθ στο μοναδικό οικοσύστημα της Νάρτας.
Τότε ο πρωτοδίκης Ιγνάτιος Μανθούλης κρυφά στέκεται στο πλευρό των κατοίκων του χωριού Σβέρνιτσα (Zvërnec στα αλβανικά). Τους βοηθά να υπερασπίσουν τη γη τους. Το χωριό αυτό, μαζί με τη γειτονική Νάρτα ή Άρτα, αποτελούσαν ελληνόφωνους θύλακες στην περιοχή βόρεια του Αυλώνα. Ακολουθούμε την αφήγηση του Αλέξανδρου Μανθούλη:
«Εκτός αυτού, στο δικαστήριο (ο Ιγνάτιος Μανθούλης) ως πρωτοδίκης στάθηκε φύλαξ άγγελος των μικρών ελληνικών κοινοτήτων, τις οποίες η βουλιμία των πασάδων ήθελε να τις μεταβάλει σε τσιφλίκια. Θυμάμαι πως κόντευε να τσιφλικοποιηθεί ένα χωριό που βρισκόταν κοντά στη λιμνοθάλασσα της Άρτας (Αυλώνος) που το λέγαν Σβερνέτς, είχε δεν είχε καμιά τριανταριά σπίτια.



