Skip to content
Home » Ο Ιγνάτιος Μανθούλης υπερασπίζεται τους χωρικούς της Σβέρνιτσα

Ο Ιγνάτιος Μανθούλης υπερασπίζεται τους χωρικούς της Σβέρνιτσα

    Ο Ιγνάτιος Μανθούλης υπερασπίζεται τους χωρικούς της Σβέρνιτσα

    Published
    Το κατάφυτο νησάκι στη λιμνοθάλασα της Άρτας, με το βυζαντικό μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου

    Ο Ιγνάτιος Μανθούλης υπερασπίζεται τους χωρικούς της Σβέρνιτσα

    Published
    Το κατάφυτο νησάκι στη λιμνοθάλασα της Άρτας, με το βυζαντικό μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
    Ο Νίκος Θεοδοσίου παραθέτει στο Short Stories την αφήγηση του Αλέξανδρου Μανθούλη για τη μάχη γύρω από την ιδιοκτησία της γης στη Νάρτα του Αυλώνα τον 19ο αιώνα, μια ιστορία που μοιάζει να συμβαίνει εκ νέου με πρωταγωνιστή αυτήν τη φορά τον γαμπρό του Ντόναλντ Τραμπ Τζάρεντ Κούσνερ

    «Λόγω της μεγάλης ζέστης που επικρατούσε μες στην πόλη και της ελονοσίας, ο πατέρας μου νοίκιαζε, κατά τους θερινούς μήνες, ένα σπίτι στην Άρτα (Παλαιά Άρτα ή Νάρτα), ένα ελληνικό χωριό στον Αυλώνα κοντά. Ήταν το μοναδικό χωριό στο οποίο μιλούσαν ελληνικά. Βρισκόταν πολύ κοντά στη λιμνοθάλασσα. Με την παλίρροια τα νερά έφταναν έως τα σπίτια του χωριού. Με την άμπωτη τραβιόνταν αρκετά μακριά. Γι’ αυτό όλο το χωριό ήταν γεμάτο χαντάκια καθέτως και κατά μήκος των δημόσιων δρόμων».

    Έτσι ξεκινά ο Αλέξανδρος Μανθούλης, στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο Ο περιπλανώμενος Ρωμιός, την περιγραφή της περιοχής όπου έζησε κάποια από τα παιδικά του χρόνια στα τέλη του 19ου αιώνα. Τότε που ο πατέρας του Ιγνάτιος Μανθούλης, δικηγόρος στην Κόνιτσα, ανέλαβε τη θέση του πρωτοδίκη στον Αυλώνα.

    Κι εδώ συναντάμε το παράδοξο. Η ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται όχι όμως σαν κωμωδία αλλά με τον ίδιο δραματικό τρόπο. Τότε ήταν ένας πασάς που ήθελε να βάλει χέρι στις περιουσίες των χωρικών. Τώρα ο Αμερικανός πρόεδρος και η οικογένειά του απειλούν να καταστρέψουν μια περιοχή εξαιρετικού φυσικού κάλλους. Ο λόγος; Μια τουριστική επένδυση μαμούθ στο μοναδικό οικοσύστημα της Νάρτας.

    Τότε ο πρωτοδίκης Ιγνάτιος Μανθούλης κρυφά στέκεται στο πλευρό των κατοίκων του χωριού Σβέρνιτσα (Zvërnec στα αλβανικά). Τους βοηθά να υπερασπίσουν τη γη τους. Το χωριό αυτό, μαζί με τη γειτονική Νάρτα ή Άρτα, αποτελούσαν ελληνόφωνους θύλακες στην περιοχή βόρεια του Αυλώνα. Ακολουθούμε την αφήγηση του Αλέξανδρου Μανθούλη:

    «Εκτός αυτού, στο δικαστήριο  (ο Ιγνάτιος Μανθούλης) ως πρωτοδίκης στάθηκε φύλαξ άγγελος των μικρών ελληνικών κοινοτήτων, τις οποίες η βουλιμία των πασάδων ήθελε να τις μεταβάλει σε τσιφλίκια. Θυμάμαι πως κόντευε να τσιφλικοποιηθεί ένα χωριό που βρισκόταν κοντά στη λιμνοθάλασσα της Άρτας (Αυλώνος) που το λέγαν Σβερνέτς, είχε δεν είχε καμιά τριανταριά σπίτια.

    Τότε ένας πασάς ήθελε να βάλει χέρι στις περιουσίες των χωρικών. Τώρα ο Τραμπ και η οικογένειά του απειλούν να καταστρέψουν ένα μοναδικό οικοσύστημα

    »Και δεν είναι μόνον αυτό. Δεν υπήρχε κανένας για να τους προστατεύσει. Άλλωστε το ελληνικό προξενείο δεν είχε αρμοδιότητα, αλλά και να είχε, ως προξενείο μικρής και εχθρικής χώρας μπροστά στην τρομερή επιρροή των πασάδων ήταν μηδαμινή. Δεν υπήρχε δικηγόρος να αναλάβει την υπόθεσή τους στα τουρκικά δικαστήρια. Οι Τούρκοι δικηγόροι δεν ήθελαν ή φοβούνταν να τα βάλουν με τους πασάδες.

    »Έτσι που ο μπαμπάς μου, που εγώ πάντοτε τον φώναζα πατέρα, ανέλαβε να τους υπερασπιστεί με τον δικό του τρόπο. Τους συνέτασσε όλα τα υπομνήματα προς το υπουργείο Δικαιοσύνης στην Κωνσταντινούπολη και τους έγραφε όλες τις απαντήσεις προς τας αρπακτικάς αιτήσεις των πασάδων, χωρίς να φαίνεται. Τόσον οι τοπικοί παράγοντες όσο και οι πασάδες απορούσαν για το ποιος ήταν εκείνος που βοηθούσε νομικά στους Σβερνετσιώτες, στην ισχνή άμυνά τους έναντι των αχόρταγων πασάδων και που δεν είχαν δίκιο».

    Πέρα από τις γλαφυρές περιγραφές της περιοχής και τη ζωής των ανθρώπων, τα λαυράκια «που ζύγιζαν παραπάνω από δυο οκάδες» ή τα τεράστα αχλάδια που τα έλεγαν «γαϊδουράπιδα», τους καλογέρους στο μοναστήρι στο νησάκι της λιμνοθάλασας που πρόσφεραν «γάλα και αυγά στους επισκέπτες», ο πεντάχρονος τότε Αλέξανδρος δεν ξεχνά να καταγράψει και τις παιδικές σκανταλιές.

    «Θυμάμαι κάποια βραδιά οι Σβερνετσιώτες ήταν μαζεμένοι στο σαλόνι του σπιτιού μας, για να συζητήσουν τα προβλήματά τους με τον πατέρα μου. Άφηναν όλοι τα παπούτσια τους, τι λέω τα γεμενιά τους, στο ισόγειο πριν ανέβουν τη σκάλα. Στο σπίτι είχαμε τότε τον Βαγγέλη για υπηρέτη, ένα παιδί 14 χρονών περίπου, όμως διαβόλου κάλτσα, τετραπέρατος. Στον Αυλώνα οι υπηρέτες ήταν αγόρια, τα κορίτσια δεν τα άφηναν για υπηρέτριες. Λοιπόν αυτός ο Βαγγέλης, την ώρα που οι χωριάτες επάνω συζητούσαν με τον πατέρα μου, κατέβαινε κάτω και ανακάτευε τα γεμενιά των χωρικών και τα έφκιανε όλα παράταιρα, έτσι που όταν έφευγαν οι χωριάτες βάδιζαν κανένα χιλιόμετρο ώσπου να ταιριάσουν τα παπούτσια τους».

    Ο Αλέξανδρος Μανθούλης μας θυμίζει ότι την εποχή εκείνη, όταν το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βρισκόταν κοντά, ο Αυλώνας «ήταν ένα κέντρο όπου οργίαζαν όλες οι προπαγάνδες, εννοείται υπό τουρκικόν καθεστώς και πρώτη απ’ όλες η ιταλική, ύστερα η αυστριακή και τέλος η ελληνική. Εκτός όλων αυτών υπέβοσκε και ένα κίνημα εθνικό αρβανίτικο, του οποίου διαφιλονικούσαν την κηδεμονία του, τόσον οι Ιταλοί όσον και οι Αυστριακοί…».

    •••

    Τα απομνημονεύματα του Αλέξανδρου Μανθούλη με τίτλο Ο περιπλανώμενος Ρωμιός κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Τσουκάτου, σε επιμέλεια Νίκου Θεοδοσίου.

    banner_300_250
    Picture of Νίκος Θεοδοσίου
    Ο Νίκος Θεοδοσίου είναι σκηνοθέτης και συγγραφέας

    ΣΧΕΤΙΚΑ LINKS

    MORE STORIES

    Τόμας Έντισον_ντοκιμαντέρ Σπύρου Θεοδοσίου shortstories Αμερική μετανάστευση
    Short

    Ο Έντισον και ένας Έλληνας κουρέας στην Αμερική του 1893

    Ο Νίκος Θεοδοσίου γράφει στο Short Stories για το ντοκιμαντέρ «Για ένα κόκκινο πουκάμισο» σχετικά με την ελληνική μετανάστευση, η ιδέα του οποίου ξεκίνησε όταν με τον Δημήτρη Σπύρου εντόπισαν έναν Έλληνα κουρέα σε μια ταινία του Τόμας Έντισον

    ΡΟΒΗΡΟΣ ΜΑΝΘΟΥΛΗΣ SHORTSTORIESGR
    Short

    Η αντιχουντική ιστορία της ταινίας «Πρόσωπο με πρόσωπο» του Ροβήρου Μανθούλη

    Ο Νίκος Θεοδοσίου παραθέτει στο Short Stories τις περιπέτειες του φιλμ «Πρόσωπο με πρόσωπο» που αν και δεν πέρασε από τη λογοκρισία, βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και προβλήθηκε σε φεστιβάλ της Γαλλίας στις 21 Απριλίου 1967