Skip to content
Home » News » Ο καφετζής, η πρωτοχρονιάτικη χαρτοπαιξία, η Θάτσερ και η Μελίνα

Ο καφετζής, η πρωτοχρονιάτικη χαρτοπαιξία, η Θάτσερ και η Μελίνα

    Ο καφετζής, η πρωτοχρονιάτικη χαρτοπαιξία, η Θάτσερ και η Μελίνα

    Published

    Ο καφετζής, η πρωτοχρονιάτικη χαρτοπαιξία, η Θάτσερ και η Μελίνα

    Published
    Ο εκπαιδευτικός Αλέκος Μόσχος γράφει στο Short Stories για το «έθιμο» της πρωτοχρονιάτικης χαρτοπαιξίας και την περιπέτεια ενός παθιασμένου με τα χαρτιά καφετζή σε ένα χωριό της Θεσπρωτίας

    Βρισκόμαστε σε κάποιο χωριουδάκι της Θεσπρωτίας, στην πρώτη τετραετία του ΠΑΣΟΚ. Κεντρικό πρόσωπο ο καφετζής του χωριού. Μάλλον ο ένας από τους καφετζήδες. Βλέπετε, το χωριό μπορεί να μην είχε πολλούς κατοίκους, όμως τα τρία του καφενεία τα είχε.

    Ο Γιάννης λοιπόν –ας τον ονομάσουμε έτσι– δεν είναι ένας συνηθισμένος καφετζής. Δεν περιμένει να πλουτίσει από το κατάστημά του. Θέλει να βγάζει τα προς το ζην, αλλά κυρίως να περνάει καλά. Αν έκανες το λάθος να πας στην πλατεία Κυριακή πρωί με όχημα, θα έβλεπες το μαγαζί κλειστό και τον Γιάννη στημένο στην είσοδο.

    «Γιάννη δεν θα πιούμε καφέ σήμερα;». «Ω καμάρι (συνήθης προσφώνηση της περιοχής), Κυριακή είναι. Εδώ θα κάτσουμε; Πάμε στο διπλανό χωριό που έχει καφετέρια να πιούμε τον ολέ μας». Πολύ του άρεσε ο «ολέ», κοινώς νες καφέ με γάλα.

    Πριν προλάβεις να απαντήσεις είχε ήδη επιβιβαστεί. Εκτός από τον «ολέ», ο Γιάννης είχε πάθος και με τα χαρτιά. Ποτέ μην έδινες παραγγελία τη στιγμή που έπαιζε. «Γιάννη, θα μου κάνεις ένα καφέ;». Αν έχανε: «Γυναίκα (ή μάνα, ανάλογα) δεν έχεις στο σπίτι να σου κάνει;». Αν πάλι κέρδιζε: «Ω φούλη (άλλη συνήθης προσφώνηση), εκεί είναι οι καφέδες. Κάνε δικό σου, φέρε και σ’ εμένα».

    Πλησιάζουν Χριστούγεννα. Οι μερακλήδες του χωριού, αλλά και των διπλανών χωριών, ήδη έχουν αρχίσει να τιμούν τον ερχομό του νέου έτους με το «έθιμο» της χαρτοπαιξίας. Για το καλό του νέου χρόνου, βρε αδελφέ. Κι αν γι’ αυτό το καλό ασκούνταν έναν μήνα πριν, τι πειράζει; Μπορεί το καλό να γίνει καλύτερο.

    Βέβαια τα μέρη φτωχά και πολλά λεφτά δεν υπάρχουν, όμως για τους «ασθενείς» της χαρτοπαιξίας όλο και κάτι θα βρεθεί να χάσουν. Θεωρητικά σε τέτοιες περιπτώσεις ο μόνος κερδισμένος είναι ο καφετζής. Εκτός αν είναι και ο ίδιος παίκτης, οπότε…

    «Ελάτε τώρα, κυρ αστυνόμε, για το καλό του χρόνου παίζαμε. Πρώτη φορά έγινε. Και τι παίζουμε δηλαδή; Φραγκοδίφραγκα»

    Έχει βραδιάσει. Ο Γιάννης έχει φροντίσει να στείλει στα σπίτια τους άκαπνους που παίζουν στα χαρτιά την μπίρα και η παρέα έχει στρωθεί στο τραπέζι ώσπου ξαφνικά μπουκάρουν οι μπάτσοι από τον σταθμό χωροφυλακής του διπλανού χωριού.

    «Ψηλά τα χέρια, χρήματα και τράπουλα στο τραπέζι, μακριά από το παράθυρο». «Ελάτε τώρα, κυρ αστυνόμε, για το καλό του χρόνου παίζαμε. Πρώτη φορά έγινε. Και τι παίζουμε δηλαδή; Φραγκοδίφραγκα».

    Οι αστυνομικοί δεν πείθονται. Όλοι στο τμήμα. Τα πειστήρια κατάσχονται. Την επομένη βέβαια θα αφεθούν ελεύθεροι. Όποιος νομίζει πως το πάθημα έγινε μάθημα είναι γελασμένος. Ασθένεια η χαρτοπαιξία. Εθισμός. Το βράδυ ξανά στο καφενείο, για χατίρι ενός παπά κούπα, μιας ντάμας μπαστούνι, ενός άσου καρό.

    Οι μπάτσοι ξανακάνουν την εμφάνισή τους. Άντε ξανά τα ίδια… Η παραπάνω σκηνή θα επαναληφθεί και μια και δυο και τρεις φορές τις επόμενες ημέρες. Στο τέλος ο καφετζής μας δεν άντεξε. Τον έπνιγε το δίκιο. Ζήτησε λοιπόν τον λόγο: «Κυρ αστυνόμε, δεν είστε εντάξει. Σε όλα τα χωριά, σε όλα τα καφενεία χαρτοπαίζουν. Μόνο εμάς πιάνετε. Γιατί;». Αφοπλιστική η απάντηση: «Γιατί μόνο η δική σου γυναίκα παίρνει τηλέφωνο να μας καταγγείλει πως παίζετε».

    Αυτό ήταν. Η παρέα διαλύθηκε. Κανείς χαρτοπαίκτης δεν δεχόταν να παίξει στο καφενείο αυτό, προς μεγάλη απογοήτευση του Γιάννη. Η πράξη όμως της Γιάνναινας προκάλεσε ποικίλα συναισθήματα και στους μη χαρτοπαίκτες θαμώνες του καφενείου. Γιατί ναι μεν η γυναίκα προσπαθούσε να σώσει το σπίτι της και να προφυλάξει τον σύζυγό της που ό,τι έβγαζε το έχανε στα χαρτιά, όμως…

    Όμως βαρύ το αμάρτημα του καταδότη και έπρεπε να τιμωρηθεί. Από εκείνη τη στιγμή δεν ήταν πλέον η Γιάνναινα, ήταν η Μάργκαρετ. Ποια Μάργκαρετ; Μα η Θάτσερ φυσικά. Έτσι θα τη προσφωνούσαν όλοι από εδώ και εμπρός.

    Μάργκαρετ μια, Μάργκαρετ δυο, Μάργκαρετ τρεις, στο τέλος δεν άντεξε: «Εμένα λέτε Μάργκαρετ; Εμένα, που πάντα ψηφίζω ΠΑΣΟΚ; Εμένα που έχω την αφίσα του Ανδρέα στο σαλόνι; Την Κώσταινα δηλαδή, τη γυναίκα του άλλου καφετζή, πως τη λέτε;». Αυτό ήταν. Αυτό περίμεναν κιόλας για να την αποτελειώσουν: «Μελίνα».

    banner_300_250
    Αλέκος Μόσχος
    Ο Αλέκος Μόσχος είναι εκπαιδευτικός

    Κεντρική φωτογραφία
    Αλέκος Μόσχος

    MORE SHORT STORIES