Για 45 χρόνια (1930-1975) οι ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ) διέτρεχαν προσφυγικούς συνοικισμούς στην Αθήνα και την επαρχία. Κατέγραφαν τις μαρτυρίες χιλιάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία. Οι καταγραφές τους αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά αρχεία προφορικής ιστορίας που είναι προσβάσιμα διαδικτυακά σήμερα.
Κάποιοι όμως από τους ερευνητές ξεφεύγουν από τα όρια της τυπικής καταγραφής των επισκέψεών τους και των συναντήσεων τους με τους «πληροφορητές». Και μας δίνουν συγκλονιστικές περιγραφές της ζωής στους τόπους της προσφυγιάς. Μια τέτοια περίπτωση είναι της Ζωής Κυριτσοπούλου, η οποία φιλοτεχνεί ένα εξαιρετικό πορτρέτο του κυρ Ντίκου και της γειτονιάς του στο Περιστέρι.
Είναι 10 Δεκεμβρίου 1963. Η Ζωή Κυριαζοπούλου παίρνει το λεωφορείο από την Αθήνα και φτάνει στον Άγιο Αντώνιο. Εδώ δημιουργήθηκε ο πρώτος πυρήνας από παράγκες που στέγασε τους πρόσφυγες το 1924. Οι παράγκες έμειναν μέχρι το 1973.
Της είχαν συστήσει να βρει τον Θεόδωρο Καμπούρη που διατηρούσε μαγαζί με ξηρούς καρπούς. Ήταν ο πιο κατάλληλος για να της δώσει πληροφορίες σχετικά με την Πέργαμο. Την προειδοποίησαν όμως πως είναι ανυπόφορα φλύαρος και διευθύνεται με πολύ κόπο!
Ακολουθούμε την περιγραφή της: «Πήρα το αυτοκίνητο από την οδό Βούλγαρη, λίγο πιο κάτω από τον Άγιο Κωνσταντίνο, και βγήκα στον Άγιο Αντώνιο. Εκεί διασχίζεις έναν δρόμο και είναι η παράγκα-μαγαζί του Ντίκου. Θεόδωρος Καμπούρης είναι το όνομά του. Αν δεν τον πεις Ντίκο, δεν τον βρίσκεις.
»Με δέχτηκε, όπως κατάλαβα μετά, με επιφύλαξη. Δεν αρνήθηκε να βοηθήσει στη δουλειά του κέντρου, αλλά όχι με ενθουσιασμό.
»Στο μεταξύ όλο τον απασχολούσαν οι περαστικοί που μπαίναν να αγοράσουν πότε ηλιόσπορο και πότε πασατέμπο. Μου έκανε εντύπωση που όλα τα παιδιά θέλαν να τους ρίξει εκείνο που ψώνιζαν στην τσέπη τους, χωρίς χαρτί. Δεν ήταν για το βάρος, γιατί ο Ντίκος τα ζύγιαζε χωρίς χαρτί. Ήτανε κάτι φτωχά, κάτι ξερακιανά αγοράκια.



