Skip to content
Home » News » «Ο γύφτος βρήκε το πορτοφόλι μου, μου το έφερε και δεν έλειπε τίποτε»

«Ο γύφτος βρήκε το πορτοφόλι μου, μου το έφερε και δεν έλειπε τίποτε»

    «Ο γύφτος βρήκε το πορτοφόλι μου, μου το έφερε και δεν έλειπε τίποτε»

    Published
    Ο Αλέξανδρος Βασιλείου (δεύτερος από δεξιά) το 1995 με άλλους συνυπηρετούντες στο 4ο ΕΤΕΘ, στο Καρλόβασι Σάμου

    «Ο γύφτος βρήκε το πορτοφόλι μου, μου το έφερε και δεν έλειπε τίποτε»

    Published
    Ο Αλέξανδρος Βασιλείου (δεύτερος από δεξιά) το 1995 με άλλους συνυπηρετούντες στο 4ο ΕΤΕΘ, στο Καρλόβασι Σάμου
    Ο Αλέξανδρος Βασιλείου αφηγείται στο Short Stories μια ιστορία από τη θητεία του στον στρατό, ενδεικτική για τη στάση προκατάληψης των περισσότερων απέναντι στους Τσιγγάνους

    Σε ηλικία 17 χρόνων, πάνε περίπου 28 χρόνια, με τα λόγια του πατέρα μου «άντρας πια», ήρθε το χαρτί να περάσω περιοδεύον.

    Ύστερα από δήλωσή μου κατατάχτηκα στις ειδικές δυνάμεις, όπου είχε υπηρετήσει και ο πατέρας μου, για να τον κάνω να νιώσει ακόμη πιο περήφανος για μένα. Παρουσιάστηκα λοιπόν στο Μεγάλο Πεύκο.

    Έπειτα από τη σκληρή εκπαίδευση και την ορκωμοσία ήρθε η τοποθέτησή μου στη Χίο. Εκεί έμεινα δυο μήνες, για να ακολουθήσει η μετάθεση στη Σάμο, στο 4ο ΕΤΕΘ, στο Καρλόβασι.

    Αυτό το διάστημα των τεσσάρων μηνών έβλεπα από τους μη Τσιγγάνους, τους μη Ρομά, τους μη γύφτους –όποια λέξη βολεύει καθένα– αρνητική αντιμετώπιση απέναντί μου, διότι έλεγα συνέχεια πως είμαι Έλληνας Τσιγγάνος και είναι τιμή μου.

    Κάποιοι λοιπόν, φαντάροι και αξιωματικοί, με είχαν σε απόσταση. Για παράδειγμα έκρυβαν τα πράγματά τους νομίζοντας πως θα τους τα κλέψω ή δεν με έκαναν παρέα βάζοντας διάφορα στο μυαλό τους εξαιτίας της κακής εικόνας που δυστυχώς είχαν από κάποιους Ρομά που ζουν στην παραβατικότητα.

    Περνώντας ο καιρός βέβαια και γνωρίζοντάς με καλύτερα, όλοι αυτοί που έλεγαν «προσέξτε τον γύφτο» άλλαζαν γνώμη σιγά σιγά και ερχόντουσαν πιο κοντά.

    Είχα δηλώσει και μουσικός κι έτσι ο διοικητής μου ανέθεσε να διοργανώσω την εκδήλωση της μονάδας με μουσικούς για την Κυριακή του Πάσχα. Τότε λοιπόν όλοι άρχισαν να έρχονται κοντά μου και να ξεχνάνε τη φράση «ο γύφτος του στρατοπέδου», για να πάρουν καμιά τιμητική άδεια.

    Αν δεν γνωρίσεις έναν άνθρωπο, δεν πρέπει να βγάζεις γνώμη, με βάση μια γενική ιδέα για τους γύφτους

    Σε μια πρόβα που είχαμε για την εκδήλωση ήρθε ο διοικητής για να δει πώς πάμε. Αφού μας είδε και άκουσε τα τραγούδια, μου είπε: «Μπράβο, συνεχίστε, είστε πολύ καλοί». Φεύγοντας, του έπεσε κάπου δίπλα μου το πορτοφόλι του.

    Όταν τελειώσαμε την πρόβα και ήρθε η ώρα για να φύγουμε, το βρήκα και το μάζεψα μπροστά σε όλους. Άρχισαν να μου λένε: «Μην το δίνεις, άνοιξέ το να δούμε τι έχει μέσα, να πάρουμε τα χρήματα», τέτοια.

    Χωρίς δεύτερη σκέψη το πήρα και πήγα αμέσως στο γραφείο του διοικητή. Χτύπησα την πόρτα, μπήκα μέσα, το ανέφερα και του παρέδωσα το πορτοφόλι. Με ευχαρίστησε, το άνοιξε, το έλεγξε, είδε πως δεν λείπει τίποτε και μου είπε να επιστρέψω στη δουλειά μου.

    Την επόμενη μέρα, στην αναφορά της μονάδας, με φώναξε μπροστά σε όλους και –γνωρίζοντας και ο ίδιος πώς μου συμπεριφέρονται, ότι με αποκαλούν «γύφτο» και με κρατάνε σε απόσταση– ανέφερε πως «ο γύφτος βρήκε το πορτοφόλι μου, μου το έφερε και δεν έλειπε τίποτε. Θα πρέπει λοιπόν να ακολουθήσουμε αυτό το παράδειγμα στη ζωή μας, διότι είναι η αρχή της ανηφόρας στις δοκιμασίες της ζωής του κάθε ανθρώπου, είτε είναι γύφτος είτε όχι, και πως όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίδια». Φυσικά με βράβευσε και με τιμητική άδεια.

    Αυτό λοιπόν λειτουργεί ως παράδειγμα για εμένα: αν δεν γνωρίσεις έναν άνθρωπο, δεν πρέπει να βγάζεις γνώμη, με βάση μια γενική ιδέα ότι οι γύφτοι δεν πάνε σχολείο ή φαντάροι, παντρεύονται σε μικρή ηλικία, είναι δίχως μόρφωση, γνώσεις και εμπειρίες της ζωής και αλλά πολλά, όπως δηλαδή κάνει ένας μη γύφτος, μη Ρομά, μη Τσιγγάνος – όποια λέξη βολεύει καθένα.

    banner_300_250
    Αλέξανδρος Βασιλείου
    Ο Αλέξανδρος Βασιλείου είναι οδηγός σε μεταφορική εταιρεία και μουσικός

    Κεντρική φωτογραφία
    Από το προσωπικό αρχείο του Αλέξανδρου Βασιλείου

    MORE SHORT STORIES

    ρομα-τσιγγανοι
    Short

    «Προσεύχεσαι στα γύφτικα, γι’ αυτό δεν θα σε ακούσει ποτέ ο θεός»

    Η Μαρία Δημητρίου αφηγείται στο Short Stories μια ιστορία από τα μαθητικά της χρόνια, χαρακτηριστική για τη μισαλλοδοξία που διακατέχει πολλούς, τονίζοντας ωστόσο και τη δυναμική αντίδραση της ίδιας και της μητέρας της